
Διαβάζοντας την «Καρδιά του σκότους», τη νουβέλα του σπουδαίου Τζόζεφ Κόνραντ σε νέα μετάφραση-ποίημα της εξαιρετικής Μαργαρίτας Ζαχαριάδου από τις εκδόσεις Δώμα, μένεις μετέωρος σα ναυαγός μέσα σε μια χειμερινή θάλασσα, στον ζόφο μιας άγριας ερημιάς, εκεί όπου οι σανίδες σωτηρίας και τα σωσίβια του πολιτισμού που έχουμε φτιάξει οι άνθρωποι για να ξεγελούμε το χάος της ματαιότητας και το κενό νοήματος που παραδέρνει τον κόσμο αυτό, δεν έχουν πλέον καμία σημασία.

Ο αφηγητής, ο ναυτικός Μάρλοου, που διηγείται την παλιά ιστορία του στους συντρόφους του σε ένα σκάφος αγκυροβολημένο στις όχθες του Τάμεση, μια σκοτεινή νύχτα γεμάτη ομίχλη, θα σε παρασύρει στα ανοιχτά και θα σε αφήσει αβοήθητο, μόνο, να πλέεις στα μαύρα νερά.
Καταμεσής του κειμένου αρχίζεις να υποψιάζεσαι αυτό που όταν ολοκληρώσεις την ανάγνωση είναι πλέον αναπόφευκτο: Κάθαρση δεν υπάρχει. Ούτε ηθικό δίδαγμα. Ούτε νόημα. Η ανθρώπινη κατάσταση είναι ένας κύκλος ζωής και θανάτου που αν δεν νοηματοδοτηθεί ρέπει προς τη ζούγκλα, την αγριότητα, τη φρίκη. Λες και τον κόσμο αυτόν τον κινεί το σκοτάδι και όχι το φως. Λες και ο άνθρωπος επιλέγει από τη φύση του αυτό που τον τρομάζει λιγότερο και όχι αυτό που επιθυμεί περισσότερο. Έρμαιο ενός αρχέγονου τρόμου, περνά τη ζωή του σε μια μάταιη προσπάθεια να τιθασεύσει τη ζούγκλα, να οριοθετήσει το χάος, να δώσει νόημα στα πράγματα πριν αυτά αρχίσουν να τον τραβούν σαν δίνη ενός ατέρμονου κύκλου προς την παρακμή.
Ο Μάρλοου, που πιθανόν είναι ο ίδιος ο Κόνραντ, περιγράφει την εμπειρία του από τη θητεία του ως καπετάνιου σε ένα ατμόπλοιο που διασχίζει τον ποταμό μιας αφρικανικής γης που δεν κατονομάζεται, αλλά είναι το Κονγκό του 1884, όταν αυτό ήταν ιδιοκτησία μιας αδίστακτης και αιμοσταγούς αποικιοκρατικής εταιρείας συμφερόντων του Βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδου Β’, η οποία είχε την έδρα της στις Βρυξέλλες. Εκεί, στις ζούγκλες με τους κανίβαλους και τους αυτόχθονες χωρικούς που είχαν μετατραπεί δια της βίας σε σκλάβους, ο αφηγητής, γνώρισε τον μυστηριώδη Κουρτς, έναν δυτικό άνδρα χωρίς φραγμούς, που εφάρμοζε τις σκληρές δουλοκτητικές πρακτικές του, στήνοντας ένα φρικώδες παρακράτος το οποίο σκορπούσε τον τρόμο και τον θάνατο στο όνομα του πολύτιμου ελεφαντόδοντου. Ο Μάρλοου γοητεύεται από το μυστήριο και το διφορούμενο που περιβάλλει την προσωπικότητα του Κουρτς και τον συντροφεύει στις τελευταίες του στιγμές μέσα στο παλιό σαπισμένο ατμόπλοιο, όταν εκείνος, αντιμέτωπος με την ωμότητα του θανάτου, συνειδητοποιεί ότι όλη αυτή η φρίκη στην οποία είχε επιδοθεί ήταν απολύτως μάταιη. Τι κέρδισε ξοδεύοντας τα νιάτα του, μακριά από την αγαπημένη του, στήνοντας έναν απάνθρωπο μηχανισμό εξουσίας στην καρδιά μιας ζοφερής και ανεξέλεγκτης ζούγκλας; Τίποτε απολύτως. Η ζούγκλα όσο κι αν προσπαθήσεις να την ελέγξεις, να την τιθασεύεις, να την κατακτήσεις, να την «εκπολιτίσεις» με απάνθρωπους απολίτιστους τρόπους, ζούγκλα θα παραμείνει, γιατί αυτή είναι η φύση του κόσμου. Καθώς το φως σβήνει από τα μάτια του, ο Κουρτς μένει έκθαμβος μπροστά στη ματαιότητα μιας ύπαρξης που ξοδεύτηκε για το τίποτα, σπέρνοντας πόνο σε μια γη τόσο μακριά από όσα πραγματικά αγαπούσε.
«Τι κωμικό πράγμα που είναι η ζωή – αυτή η μυστηριώδης επιστράτευση άπονης λογικής για έναν μάταιο σκοπό. Το πολύ-πολύ που μπορείς να ελπίζεις να αποκομίσεις είναι μια κάποια γνώση του εαυτού σου – η οποία έρχεται πολύ αργά. Μια σοδειά ανεξίτηλης πίκρας».
Η «Καρδιά του σκότους» είναι ένα μικρό λογοτεχνικό διαμάντι, που γίνεται ποίηση χάρη στη σπουδαία λυρική -αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική, σκληρή, αδιαπραγμάτευτη με λέξεις-λεπίδες που σε χαράσσουν βαθιά-, πένα του Κόνραντ, ενώ η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου μάς προσφέρει μια σπάνια αναγνωστική απόλαυση. Το βιβλίο είναι εμπειρία. Από αυτά που ο Κάφκα αποκαλούσε τσεκούρια που θρυμματίζουν την παγωμένη θάλασσα μέσα μας.
Χωρίς να δίνει απαντήσεις, ο Κόνραντ, με ένα κείμενο-αίνιγμα που από μόνο του είναι ένα τεράστιο ερωτηματικό, προσφέρει στην ανθρωπότητα ένα βαθύτατα φιλοσοφικό κείμενο ύψιστης λογοτεχνικής αξίας που είναι ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία. Για άλλους είναι ένα κείμενο-καταγγελία ενάντια στην αποικιοκρατία, για άλλους μια κάθοδος στην κόλαση της ανθρώπινης κατάστασης. Για εμένα είναι μια ματιά στο χάος της ματαιότητας αυτού του κόσμου, μια φευγαλέα συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος χωρίς νόημα, μια ζούγκλα μοναξιάς και υπαρξιακού φόβου, μια αγωνιώδης πορεία από τη γέννηση στο θάνατο, που πρέπει εμείς διαρκώς να νοηματοδοτούμε με φως, αγάπη, δημιουργικότητα, βρίσκοντας τους ανθρώπους που θα γίνουν οι φάροι μας, δίνοντας σημασία στα πράγματα -ακόμα και στα πιο μικρά- γύρω μας, πριν το σκοτάδι μας τραβήξει στα βάθη του.











ΥΓ. Βόλτα στη χειμωνιάτικη θάλασσα. Παρά τις λιακάδες και τις υψηλές θερμοκρασίες των προηγούμενων ημερών, παρά τις παραινέσεις των φίλων μου που είναι χειμερινοί κολυμβητές, δεν τόλμησα να κολυμπήσω. Ίσως τον Μάρτιο, να τους συντροφεύσω.

