Ο θεός του δάσους

Τι πιο ταιριαστό και απολαυστικό από το να διαβάζεις στην καρδιά ενός πυκνού ελατοδάσους, μέσα στο καταχείμωνο, ένα καταιγιστικό θρίλερ που η πλοκή του διαδραματίζεται στο δάσος;

Ξεκίνησα το μυθιστόρημα «Ο θεός του δάσους» της Αμερικανίδας Liz Moore, σε μετάφραση της Μαρίας Φακίνου για τις εκδόσεις Ίκαρος, πίνοντας τον καφέ μου πλάι στο τζάκι, στο lounge του υπέροχου Manna Arcadia.

Μετά το απολαυστικό δείπνο μου στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, με ένα λουκούλλειο χειμερινό μενού δια χειρός Αθηναγόρα Κωστακου, συνέχισα να διαβάζω το βιβλίο στο δωμάτιό μου, βλέποντας από το παράθυρο ένα ζοφερό σκοτάδι όμοιο με αυτό που περιγράφει η συγγραφέας στο βιβλίο της. Η μικρή λίμνη έξω από το παράθυρό μου, το δάσος, η γεωμετρική συμμετρία των ελάτων, η απόλυτη παχιά σιωπή που νομίζεις ότι μπορείς να την αγγίξεις με τα δάχτυλά σου, η πάχνη, η ομίχλη που κατεβαίνει από τις πλαγιές για να τρυπώσει σε κάθε γωνιά του υποσυνειδήτου σου… Όλα αυτά τα υπέροχα πράγματα που περιβάλουν ένα παλιό σανατόριο σαν αυτό στην Αρκαδία, το οποίο μεταμόρφωσε ο Στρατής Μπατάγιας σε ένα ποίημα του design, τα είχα μπροστά μου ως πραγματικότητα, αλλά και ως σκηνικό, αντιστοίχως, μέσα στο βιβλίο που διάβαζα.

Διαβάζοντας μέχρι να χαράξει, ώσπου να βγω στη βεράντα φορώντας το μάλλινο παλτό μου για να δω τα πάντα να έχουν γίνει κρύσταλλο στην πρωινή δροσιά, έπαθα ακριβώς αυτό που περιγράφει ο Stephen King στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μετά τη σελίδα 200 είναι απλώς αδύνατο». Πράγματι, στην ιστορία της μυστηριώδους εξαφάνισης μιας δεκατριάχρονης κληρονόμου, γόνου δυναστείας πανίσχυρων τραπεζιτών της Νέας Υόρκης, αλλά και στην υπόθεση εξαφάνισης του οκτάχρονου αδερφού της που είχε προηγηθεί δεκατέσσερα χρόνια πριν, όλοι μοιάζουν τόσο ένοχοι που δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις μέχρι να λύσεις το γρίφο.

Πέρα από την καλοδουλεμένη στην λεπτομέρεια ιστορία μυστηρίου, το βιβλίο είναι γραμμένο έτσι που, αν και ογκώδες (644 σελίδες), δεν κάνει κοιλιές. Η Liz Moore δεν γράφει μια μονοσήμαντη αστυνομική ιστορία με ήρωες καρικατούρες, ίσα για να αφηγηθεί ένα πιασάρικο θέμα με φόντο σε ένα γκλάμορους σκηνικό σειράς του Netflix από αυτές που σε αναγκάζουν να ξενυχτήσεις για να δεις όλα τα επεισόδια back-to-back. Γράφει χτίζοντας τους χαρακτήρες της αργά και στιβαρά, ποντάροντας σε μια αμφισημία που τους κάνει όλους να φαίνονται σαν κάτι να κρύβουν. Ο αυστηρός πατέρας, ο βλοσυρός παππούς, ο βίαιος γιος του οικογενειακού δικηγόρου που συλλαμβάνεται ως βασικός ύποπτος, οι εργαζόμενοι στην κατασκήνωση που διατηρεί η πάμπλουτη οικογένεια στο αχανές δασώδες κτήμα της -από την οποία εξαφανίζεται η Μπάρμπαρα Βαν Λάαρ-, η ροκ διευθύντρια της κατασκήνωσης, ο πατέρας της που έχει άνοια, οι σελέμπριτι καλεσμένοι που έχουν συρρεύσει στο ξύλινο πολυτελές σαλέ των Βαν Λάαρ για ένα πολυήμερο πάρτι πλάι στη λίμνη… Τα κίνητρα μπερδεύονται όσο η αφήγηση προχωρά και τα κεφάλαια διαδέχονται απολαυστικά το ένα το άλλο, ενώ η Μπάρμπαρα παραμένει άφαντη όπως ο αδερφός της που χάθηκε κι αυτός ανεξήγητα δεκατέσσερα χρόνια πριν.

Πέρα από την καταιγιστική πλοκή και την ομορφιά του ορεινού τοπίου που περιγράφεται, ένα ακόμα προσόν του βιβλίου είναι ότι η αφηγηματική κάμερα καταγράφει τα γεγονότα πολυπρισματικά, πολυφωνικά, από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των προσώπων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα με την εξαφάνιση τόσο του κοριτσιού που είναι εν’ εξελίξει όσο και με την εξαφάνιση του αδερφού της που έχει μπει στο αρχείο. Με διαρκή flashback σε έξι διαφορετικές χρονικές περιόδους -τη δεκαετία του ’50, το 1961, τον χειμώνα του 1973, τον Ιούνιο του 1975, τον Ιούλιο καθώς και τον Αύγουστο του ίδιου έτους- η συγγραφέας σκάβει το παρελθόν και το παρόν για να δώσει ασήμαντες φαινομενικά λεπτομέρειες που σαν λιθαράκια χτίζουν το προφίλ των βασικών χαρακτήρων. Στο πολυπρόσωπο αυτό βιβλίο, ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι δουλεμένοι με χειρουργική επιμονή, κάνοντας έτσι το βιβλίο να αποκτά περισσότερο βάθος και προσφέροντας στην αστυνομική ιστορία ένα κοινωνικό background που σπάει τα κλισέ.

Ανατροπές φυσικά υπάρχουν αν και δεν θα επεκταθώ σε αυτές για να μην δημιουργήσω κάποιο ενοχλητικό σπόιλερ. Σακούλες με ματωμένα ρούχα, χρήση ναρκωτικών, κρυφές σχέσεις, θαμμένα συναισθήματα, απωθημένα, δεύτερες σκέψεις, αποκαλύπτονται σταδιακά αλλάζοντας τα δεδομένα.

Μου άρεσαν πολύ δύο χαρακτήρες: η πανκ δεκατριάχρονη Μπάρμπαρα Βαν Λααρ και η εικοσιπεντάχρονη ανακρίτρια που συμμετέχει στην ομάδα ερευνών της αστυνομίας. Και οι δύο -αν και η ιστορία τοποθετείται χρονικά στο καλοκαίρι του 1975- δίνουν ένα σύγχρονο φεμινιστικό προφίλ που συνομιλεί πολύ με τη δική μας εποχή. Πολύ δυναμικές και οι δύο, προσπαθούν όχι αναίμακτα, να σπάσουν τον γόρδιο οικογενειακό δεσμό που τις κρατά εγκλωβισμένες, μακριά από αυτό που πραγματικά είναι. Η άφαντη Μπάρμπαρα και η νεαρή αστυνομικός που την αναζητά, κόντρα σε όλους, εστιάζοντας εκεί όπου οι συνάδερφοί της προσπερνούν, ακολουθώντας το αλάνθαστο ένστικτό της ακόμα κι όταν δέχεται το bullying, το mansplaining και τις ειρωνείες των συναδέρφων της στην ανδροκρατούμενη υπηρεσίας της. Πολύ ενδιαφέρουσα η παράλληλη προσέγγιση των δύο αυτών ηρωίδων, γιατί έτσι η συγγραφέας έχει την ευκαιρία να φανερώσει χωρίς να το δηλώσει θορυβωδώς ή να το κάνει θέμα, ότι τελικά μια πλούσια οικογένεια που αδιαφορεί ουσιωδώς, σε βαθμό κακουργήματος, για ένα παιδί -και δη κορίτσι που κατά τη δεκαετία του ’70 δεν αποτελούσε διάδοχο μιας ισχυρής δυναστείας, αλλά προϊόν συμφέρουσας μελλοντικής επιχειρηματικής «επιγαμίας» με γόνο άλλης ισχυρής οικογένειας-, έχει το ίδιο εφέ καταπίεσης με μια υπερπροστατευτική μικροαστική οικογένεια -αλλά εξίσου πατριαρχική- που στερεί σε ένα κορίτσι τη δυνατότητα να ζήσει ελεύθερο τη ζωή του και να διεκδικήσει μια καριέρα μακριά από τις φτερούγες του μπαμπά.

ΥΓ. Κουβαλούσα το βιβλίο παντού κι όπου μπορούσα διάβαζα: στο ποτάμι, στο δάσος όπου έκανα πεζοπορία ακολουθώντας τη σήμανση που έχει βάλει το Manna Arcadia στα δύο μονοπάτια 2,5 και 5 χιλιομέτρων γύρω από αυτό, στο σιωπηλό και έρημο self-service καφενείο του Άη Γιώργη όπου φτιάχνεις τον καφέ μόνος σου και τον πίνεις στην πέτρινη πλατεία ενός ολόαδειου χωριού, στο αυτοκίνητο οδηγώντας σε φιδογυριστούς δρόμους μέσα στο δάσος, από χωριό σε χωριό, για να φτάσω στη φημισμένη ταβέρνα «Ζέρζοβα» στο χωριό Παναγιά, αλλά και να δω τα ξακουστά μοναστήρια της ορεινής Αρκαδίας. Τι ωραίο που είναι πράγματι όταν τελικά βρίσκεις ένα μέρος που ερωτεύεσαι κεραυνοβόλα με την πρώτη ματιά και το ταυτίζεις με ένα βιβλίο που απόλαυσες εκεί αληθινά. Με το Manna Arcadia έπαθα το σύνδρομο του Σταντάλ. Είναι τόσο ωραία σχεδιασμένο στη λεπτομέρεια, με ένα interior design που φέρνει το παλιό επιβλητικό σανατόριο στο σήμερα, δημιουργώντας μια μοναδική ενέργεια, με υπέρκομψα έπιπλα, διαδρόμους, σκάλες, τεράστια τζάκια και φυσικά με τις υπέροχες δημιουργίες του Kopria Store από φυτά του δάσους, με κλαδιά, πρασινάδες, κουκουνάρια κτλ που είναι σαν art installation, αφού αλλάζουν ανά εποχή ακολουθώντας το μοτίβο που κυριαρχεί στο τοπίο έξω.

Leave a comment