
Ο τρυφερός αποχαιρετισμός του Julian Barnes, το αριστούργημα του Δημήτρη Παπαϊωάννου και του Γιώργου Κουμεντάκη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, το ευφυές cinnamon roll με κόκορα παστιτσάδα του Θωμά Μάτσα στο Thirio, τα λουλούδια του Roe Ethridge, ο φακός της Μάσα Σιλίνσκι, τα πρώτα μου γυαλιά πρεσβυωπίας, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως Φάλσταφ, το comeback του Τάσου Μαντή στη Στέγη… Μερικές από τις αξιοσημείωτες στιγμές του βροχερού χειμώνα που φεύγει.

Το βιβλίο: Ο δημοφιλής Τζούλιαν Μπαρνς, ο οποίος με πρωτοτυπία, χιούμορ και το χαρακτηριστικό του αφηγηματικό στυλ, πρωτοστάτησε στα σύγχρονα βρετανικά γράμματα από το 1980, αποχωρεί με ένα τρυφερό βιβλίο που έχει ως κεντρικό πρωταγωνιστή τον ίδιο, ένα φιλικό του ζευγάρι που γνώριζε από τα φοιτητικά του χρόνια, αλλά και ένα ιδιόρρυθμο Τζακ Ράσελ που γερνά με το δικό του στυλ. Στο υβριδικό βιβλίο «Αναχωρήσεις» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Μεταίχμιο), κάτι ανάμεσα σε νουβέλα και memoir, εξομολόγηση και μυθοπλαστικό δοκίμιο περί μνήμης και γήρατος, ο Μπαρνς γράφει τον επίλογο της συγγραφικής του πορείας, παραδίδοντας το τελευταίο του έργο, στο οποίο αποκαλύπτει ότι πάσχει από μια ανίατη ασθένεια: έναν καρκίνο του αίματος που αντιμετωπίζεται με συχνές νοσηλείες και ένα χάπι που θα παίρνει εφ’ όρου ζωής.

Η χαμηλότονη αυτή τελευταία αφήγηση του Μπαρνς δεν έχει εύκολη συγκίνηση, ούτε επικές στιγμές — είναι φλεγματική, βρετανική, φίνα. Με τη σιγουριά, την ηρεμία και το ψυχρό αίμα ενός ευφυούς ανθρώπου που έχει αποφασίσει να μην αφήσει το γήρας να του χαλάσει το στυλ, ο συγγραφέας σπουδαίων βιβλίων όπως «Η Ιστορία του κόσμου σε 10 ½ κεφάλαια» και ο «Παπαγάλος του Φλωμπέρ», κάνει μια έξυπνη αναδρομή στη ζωή τη δική του, χρησιμοποιώντας όμως το αφηγηματικό σχήμα ενός φιλικού του ζευγαριού. Έχοντας ως άξονά του τη μνήμη αλλά και το το αλλόκοτο αυτό στοιχείο της ζωής που μας κάνει να δημιουργούμε σχέσεις, δεσμούς, φιλίες με άλλα έμβια όντα, που αλλάζουν καθώς αλλάζουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα στο πέρασμα του χρόνου, ο Μπαρνς μιλά για τον έρωτα, το γάμο, τη φιλία, τη μοναχικότητα, τη μοναξιά, τη ρευστότητα της ζωής, το γήρας, την ασθένεια και το θάνατο.

Έχοντας χάσει πρόσφατα τον δικό μου πατέρα, βλέποντας τον να φεύγει όρθιος, ξαφνικά, με το δικό του στυλ, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία δύο χρόνια έδινε μια άνιση μάχη με πολλαπλά μέτωπα, ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Μπαρνς με έναν κόμπο στο λαιμό. Ο Μπαρνς όμως γρήγορα με χαλάρωσε. Η οικεία γραφή του, ο απλός τρόπος με τον οποίο μιλά για το αναπόφευκτο, ήταν σαν να μου λέει, έλα, σιγά το πράγμα, θάνατος είναι, γήρας, η φυσική πορεία της ζωής, δεν είναι κάτι τρομερό.

Πράγματι, μήνες μετά, έχοντας ακολουθήσει το μοτίβο μιας ήπιας σιωπής γύρω από τη δική μου απώλεια, έμαθα ένα πράγμα που άλλαξε κάτι ριζοσπαστικά μέσα μου: το πένθος για το θάνατο του γονιού δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που νόμιζα. Είναι άχρονο, βουβό, αληθινό, καθημερινό, κάτι φυσικό όπως η ίδια η ζωή. Δεν είναι μια φάση που θα περάσει. Δεν είναι μια πληγή που θα τη φροντίσεις με υπομονή μέχρι να επουλωθεί. Δεν σηκώνει διαπραγμάτευση. Είναι μια πραγματικότητα από την οποία δεν βγαίνεις ποτέ. Απλώς συνεχίζεις να κάνεις όλα όσα έκανες: Διευθετείς. Τακτοποιείς. Εργάζεσαι. Ζεις. Υπομένεις. Ακολουθείς τη ροή των πραγμάτων και η κάθε μέρα που περνάει είναι μια άλλη μέρα, αφήνοντας την καθημερινότητα να σε τραβήξει πίσω στη ζωή και το χρόνο απλώς να κάνει τη δουλειά του. Ποια είναι η δουλειά αυτή; Μα τι άλλο; Να αποδεχτείς αυτό που λέει, κάπου μέσα στο βιβλίο του, ο Μπαρνς: «Ερχόμαστε από την αιώνια ανυπαρξία και σ’ αυτήν επιστρέφουμε».

Τα πρώτα μου γυαλιά πρεσβυωπίας: Στην αρχή απλώς βγάζεις τα γυαλιά μυωπίας για να δεις καλύτερα μια λεπτομέρεια στην οθόνη του κινητού σου. Μέρα με τη μέρα, αρχίζεις να μην βλέπεις τα μικρά γράμματα στις συσκευασίες των πραγμάτων στο σούπερ μάρκετ. Οι λεζάντες των κειμένων θολώνουν. Το διάβασμα αρχίζει να σε κουράζει. Μπερδεύεσαι. Και ξαφνικά: κάποιος στο λέει φωναχτά: πρεσβυωπία; Οι μύωπες δεν είμαστε εξοικειωμένοι με αυτή την ξαφνική πύλη που σε περνά στη μέση γη της ηλικίας. Eίμαστε όμως απολύτως εξοικειωμένοι με το γεγονός ότι τα γυαλιά είναι κάτι απολύτως φυσικό στη ζωή μας. Αυτόν τον χειμώνα, λοιπόν, απέκτησα τέσσερα νέα ζευγάρια γυαλιών: νέα γυαλιά μυωπίας, τα πρώτα μου γυαλιά πρεσβυωπίας και τα αντίστοιχα γυαλιά ηλίου με τους ενσωματωμένους σκούρους φακούς. Θα πρέπει να περάσω τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να σταθεροποιηθεί η πρεσβυωπία και να πάρω πολυεστιακά, βαζοβγάζοντας γυαλιά. Ας είναι.

Ο διαλογισμός: Οι βόλτες στην παραλία μετά την καταιγίδα, είναι ένα είδος διαλογισμού. Τι ευλογία να ζεις πλάι στη θάλασσα και να μπορείς κάθε μέρα να βλέπεις τα χίλια της πρόσωπα ανάλογα με το φυσικό φως, την ώρα και τη θέση του ήλιου.

Το αριστούργημα: Μετά από 31 χρόνια, η παράσταση «Ενός Λεπτού Σιγή» της τότε Ομάδας Εδάφους, που είχαμε δει σε ένα παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο, επέστρεψε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, προσφέροντας μας ένα αληθινό αριστούργημα. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, κρατώντας τη μαγεία εκείνης της πρωτοποριακής δουλειάς, εξέλιξε την παράσταση, δουλεύοντάς την από την αρχή για να δημιουργήσει το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» που εστιάζει στη συγκλονιστική μουσική του Γιώργου Κουμεντάκη. Πρόκειται για ένα σπαρακτικό ρέκβιεμ στο όνομα των θυμάτων του έρωτα που χάθηκαν από το AIDS. Ένα ποίημα. Αναμφισβήτητα είναι η παραγωγή που καθόρισε το χειμώνα που φεύγει.

Το πιάτο: Tο ευφυές cinnamon roll με κόκορα και παστιτσάδα του Θωμά Μάτσα στο Thirio. Αυτό το πιάτο, στο ολοκαίνουργιο εστιατόριο -ένα fun dinig bar όπου όλα μαγειρεύονται μπροστά στον πελάτη- του δημοφιλούς σεφ στη Ναυάρχου Νικοδήμου στο Σύνταγμα, ενσαρκώνει απολύτως τη μεγάλη τάση της επιστροφής της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας μέσα από μια μεταμοντέρνα δημιουργική ματιά.

Αγαπώ αυτή τη στροφή στον πλούτο της ελληνικής υπαίθρου, που γίνεται με νοστιμιά, χιούμορ και άποψη.

Η τέχνη: Η έκθεση Rude In The Good Way με έργα του Roe Ethridge, στην γκαλερί Gagosian στο Κολωνάκι. Ο διάσημος φωτογράφος μόδας, με editorial στα μεγαλύτερα περιοδικά του κόσμου όπως η Vogue, έδωσε στις γκρίζες βροχερές μέρες αυτού του Φλεβάρη το ντελικάτο άρωμα ενός αναγεννησιακού κήπου της Φλωρεντίας, όπου ανθίζει ο έρωτας, η ηδονή και η λαγνεία.

Η βεράντα: Τα απογεύματα του weekend στη βεράντα του Cova στη Βουλιαγμένη, για τιραμισού και καφέ, με βιβλίο και αυτή τη θέα!

Το Caffè Cova, ένα από τα παλαιότερα μιλανέζικα πατισερί με ιστορία από το 1817, που σήμερα είναι ιδιοκτησία του γαλλικού ομίλου Moët Hennessy Louis Vuitton. Δεν χρειάζεται να πάτε στο Μιλάνο για να απολαύσετε τα γλυκά του. Βρίσκεται στην Astir Marina, στην καρδιά της Αθηναϊκής Ριβιέρας.

Εδώ το ηλιοβασίλεμα, με φόντο τα σούπερ γιοτ της μαρίνας, είναι σκέτη ευεξία.

Η ερμηνεία: Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στον Φάλσταφ της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την πιο κωμική από όλες τις όπερες του Βέρντι, δεν ήταν απλώς υπέροχος, ήταν οσκαρικός!

Η παράσταση: Ο συγκλονιστικός Άρης Σερβετάλης, υπό την καθοδήγηση της Έφης Μπίρμπα, μας έκανε να βουτήξουμε στα ζοφερά νερά ενός ντοστογιεφσκικού ονείρου που γίνεται εφιάλτης. Η παράσταση «Το όνειρο ενός γελοίου» είναι ό,τι πιο δυνατό είδα φέτος στο θέατρο. Υψηλή στιγμή, σε ένα σκηνικό σπάνιας ομορφιάς, που στρέφει με σεβασμό την προσοχή στο αριστουργηματικό κείμενο του Ντοστογιέφσκι.

Το book-safari: Οι απολαυστικές βιβλιοβόλτες στα Εξάρχεια, πριν το σινεμά, είναι πάντα το δικό μου SPA: αναζωογονεί το μυαλό.

Η ταινία: H Μάσα Σιλίνσκι με το φιλμ «Ο ήχος της πτώσης» δημιούργησε έναν χαμηλότονο ποιητικό καμβά που δίνει ξανά νόημα στη μεγάλη οθόνη. Ένα μεταμοντέρνο αριστούργημα το οποίο εστιάζει στο αόρατο νήμα που δένει τη ζωή τεσσάρων γυναικών, οι οποίες έζησαν σε διαφορετικές εποχές στην ίδια αγροικία του ευρωπαϊκού βορρά, αντιμετωπίζοντας τις διαφορετικές εκδοχές της πατριαρχικής βίας (η οποία κατά βάθος παραμένει ίδια και απαράλλακτη στη ρίζα της, στα βάθη των αιώνων). Διαφωνώ με μέρος της κριτικής που θεωρεί το έργο βαθιά πεσιμιστικό, εγκαταλείποντας τη γυναίκα σε μια ζοφερή μοίρα, ενώ στην πραγματικότητα έχουν γίνει άλματα σε κάθε επίπεδο της γυναικείας ενδυνάμωσης. Σε έναν κόσμο, ανακλαστικής υστερίας, όπου συζητάμε ακόμα (παρανοϊκά) για την άμβλωση, εν τω μέσω αύξησης των γυναικοκτονιών, όσα άλματα κι αν έχουν γίνει, η μηχανή θερισμού που βλέπουμε και σε ένα από τα χαρακτηριστικά πλάνα της ταινίας, ακόμα αλέθει τη γυναικεία χάρη και ελευθερία. Η ματιά της Σιλίνσκι δεν είναι πεσιμιστική, είναι καθαρή, ρεαλιστική (με τον δικό της ποιητικό τρόπο) και άκρως απαραίτητη. Τροφή για σκέψη, αλλά και τροφή στο μάτι, με ποιητικά, αργόσυρτα πλάνα που μένουν αξέχαστα.

Η επιστροφή: Το comeback του Τάσου Μαντή στο rooftop της Στέγης, με το υπέροχο Amphibian, είναι η γαστρονομική είδηση αυτού του χειμώνα.

Εδώ, ο ταλαντούχος μισελενάτος σεφ, δημιουργεί ένα υβριδικό concept που σαν πραγματικό «αμφίβιο» κινείται τόσο στα ήσυχα νερά του comfort food όσο και στα απύθμενα βάθη του fine dining.

Με δημιουργικότητα και φαντασία τα πιάτα του Μαντή καταργούν τα όρια, σε ένα μενού που είναι πραγματικά για όλους: για όλα τα γούστα, για όλα τα budget, για όλες τις διαθέσεις, όπως πραγματικά αρμόζει άλλωστε και στην ανοιχτότητα της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών που φιλοξενεί το εστιατόριο στο design κτίριό της.

ΥΓ. Tα φετινά μου γενέθλια, για πρώτη φορά, τα αντιμετώπισα ως το τέλος του χειμώνα και την έλευση της εαρινής ισημερίας. Δεν αλλάζει κάτι, αλλά τα αρώματα αυτά, που εισβάλλουν στο γραφείο μου από τον κήπο, παρά το κρύο, τις βροχές και τη συννεφιά, μου θυμίζουν, θέλοντας και μη, ότι η άνοιξη πάντα έρχεται.

