Διαβάζοντας την Τελειότητα του Λατρόνικο στη μονστέρα μου

Το μυθιστόρημα «Η τελειότητα» του brilliant Μιλανέζου συγγραφέα Βιντσέντζο Λατρόνικο, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Loggia, σε εξαιρετική μετάφραση της Δήμητρας Δότση, τράβηξε τόσο την προσοχή όχι μονάχα επειδή ήταν υποψήφιο για το διεθνές Βραβείο Booker 2025, αλλά κυρίως επειδή είναι μια ευφυής λογοτεχνική ακτινογραφία της κυρίαρχης σήμερα αισθητικής του Instagram.

Δημιουργώντας και διαδίδοντας μέσω των smartphones, σχεδόν αστραπιαία, μια νέα κουλτούρα, το Instagram κυρίως, που βασίζεται στη φωτογραφία και το βίντεο, μεταμόρφωσε παράλληλα μια σειρά από πράγματα -άλλοτε vintage και ρετρό και άλλοτε design- σε νέα αντικείμενα μαζικού πόθου, έφτιαξε νέα σύμβολα που έγιναν η σημαία της εποχής μας σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Από τα φυτά εσωτερικού χώρου με τα πλατιά φύλλα που δεν λείπουν από κανένα «φασέικο» σπίτι -τις διάσημες πλέον μονστέρες με τις οποίες έχουν εμμονή οι νεότερες γενιές-, τις φωτογραφικές μηχανές τύπου Lomo ή Pollaroid με το ρετρό στυλ, τα δερμάτινα σανδάλια Birkenstock με τον πάτο από φελλό, μέχρι τα τεύχη του Monocle ή του Kinfolk δίπλα στα coffee tables του σαλονιού, τις υφασμάτινες shopping bags από τα πωλητήρια των πιο διάσημων μουσείων ή τα μπολ με τις σαλάτες κινόα — τα ίδια ακριβώς αντικείμενα, δηλαδή που παίζουν σε λούπα από ακάουντ σε ακάουντ στο Instagram. Τα σπίτια που βλέπουμε να ποστάρονται είναι πανομοιότυπα, οι γωνιές λήψης ίδιες, με τα φίλτρα των applications ψηφιακής επεξεργασίας βίντεο και φωτογραφιών να δημιουργούν τις ίδιες σκιές, τα ίδια εμμονικά κιαροσκούρο της ψηφιακής εποχής. Η αισθητική αυτή όχι απλώς εισέβαλε στον παλιό κόσμο, τον αναλογικό, αλλά διέβρωσε ολοκληρωτικά τη μόδα, άλλαξε τη μουσική και διέλυσε τα θεμέλια των άλλοτε μεγάλων τίτλων των περιοδικών κάνοντάς τα να μοιάζουν το φαντεζί ενός γερασμένου πλέον κόσμου που έχει μείνει να αυτοχειροκροτείται ολομόναχος μέσα στα ιλουστρασιόν συντρίμμια και τα απομεινάρια μιας -άλλοτε λαμπρής- μέρας.

Παράλληλα, ένας νέος (ψευδο)ακτιβισμός, περισσότερο ένα δήθεν καταναλωτικό μποϊκοτάζ του μισάωρου -κι αυτό υποκριτικά, για τα μάτια του follower- παρά μια ενεργή αντίδραση, έγινε ο νέος σπασμός μιας ψηφιακής κοινωνίας που εκτονώνεται κάνοντας οργισμένα cancel, πατώντας την digital σκανδάλη της ακύρωσης στα κοινωνικά δίκτυα, για να εξουθενώσει με θηριώδη λύσσα περσόνες, προσωπικότητες, ινφλουένσερ, ανθυποσελέμπριτι, τρολ με διασημότητα του πενταλέπτου και κάτι τυχάρπαστα υπόλοιπα Αττικής που δεν τα ξέρει ούτε η μαμά τους και δεν τα υπολογίζει ούτε καν η εταιρεία δημοσκοπήσεων στις εκλογικές αναμετρήσεις.

Ο γεννημένος το 1984 Λατρόνικο, στο βιβλίο του, έκανε το απλό (το ίδιο που είχε κάνει και ο Ζορζ Περέκ τη δεκαετία του ’60 για να καταγράψει τη νέα καταναλωτική αισθητική του μεταπολεμικού κόσμου): καταγράφει εξονυχιστικά, απολαυστικά, με δαιμονική προσήλωση και χωρίς να σχολιάζει, να σατιρίζει, να καυτηριάζει ή να εξαγάγει κάποιο συμπέρασμα, ηθικό δίδαγμα κτλ, την αισθητική ταυτότητα του νέου ψηφιακού κόσμου όπως αυτός αποτυπώνεται στην καθημερινότητα ενός ζευγαριού ψηφιακών νομάδων. Το νεαρό ζευγάρι των ηρώων, η Άννα και ο Τομ, είναι δυο Μιλανέζοι σχεδιαστές ιστοσελίδων που έχουν φύγει από την Ιταλία για να πάνε να ζήσουν μια ινσταγκραμική ζωή στο Βερολίνο. Εκεί, ζουν μια ζωή που περιστρέφεται γύρω από το ντιζάιν, το σεξ, το εκλεπτυσμένο φαγητό, τη μεταμοντέρνα Τέχνη, τα ψαγμένα wine bar, τα μίνιμαλ καφέ, τα πάρκα και τα sex shop που πλέον δεν έχουν την πολύχρωμη άξεστη αισθητική των περασμένων δεκαετιών αλλά θυμίζουν μοντέρνες γκαλερί με αφαιρετικές γωνιές και sex toys που μοιάζουν με design-γλυπτά.

Κάποιοι μιλώντας για το βιβλίο κάνουν λόγο για έλλειψη βάθους. Πράγματι το βάθος, η ανατροπή στους χαρακτήρες, η ρωγμή που θα τους κάνει πιο ενδιαφέροντες λογοτεχνικά, απουσιάζει, στο όνομα μιας σατιρικής καταγραφής που στόχο έχει όχι να σχολιάσει, αλλά να εκθέσει. Θεωρώ ότι σε ένα τέτοιο βιβλίο που είναι κοινωνιολογική-ακτινογραφία μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας, το βάθος είναι η ήττα που κουβαλούν σαν άχθος με ελαφρύ τρόμο οι ήρωες, όταν το σκηνικό τους γίνεται κολοκύθα, με τις τσαπατσουλιές της πραγματικής καθημερινής ζωής να υποσκάπτουν το φωτογενές και καλοστημένο σκηνικό του Instagram. Η ευφυΐα του Λατρόνικο έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν πέφτει στην παγίδα να σχολιάσει, να υποσκάψει τους ήρωες του, αποκαλύπτοντας τα σκοτάδια τους, αλλά τους αφήνει απλώς να εκτεθούν με τρόπο ουσιαστικό και ανεπανόρθωτο. Γιατί η Άννα και ο Τομ είμαστε, λιγότερο ή περισσότερο, όλοι εμείς που καταναλώνουμε τα trends με το κιλό, που σπεύδουμε να κλείσουμε τραπέζι στα ίδια φασέικα μπιστρό, τις γαστροταβέρνες ή τα μισελενάτα εστιατόρια, που αγοράζουμε τους ίδιους υπέρλαμπρους πολυεστέρες του fast fashion, που τσαλακώνουμε νυσταγμένα τα ίδια λινά γκρι σεντόνια από το Zara Home, που πηγαίνουμε στις ίδιες εκθέσεις του Yuergen Teller, που συζητάμε για τον Οιδίποδα του Robert Icke και αναζητούμε την ίδια ιεροτελεστία της χαμένης βραδύτητας και της σιωπής στις εμφανίσεις του Κουρεντζή στην Επίδαυρο. Και, φυσικά, είμαστε όλοι εμείς που χρησιμοποιούμε όλη μέρα τα ίδια κοινωνικά δίκτυα για να μοστράρουμε όλα αυτά, κινητά και ακίνητα, απόψεις και αποψάρες, κουλτούρες και πολυεστερικά και που είμαστε εκεί μέσα ακόμα και όταν τα σνομπάρουμε. Το βιβλίο του Λατρόνικο είναι καθρέφτης και μας δείχνει σαν κάμερα που έχει ξεχαστεί σε μια γωνιά της ζωής μας απλώς καταγράφοντας την πραγματικότητά μας (ή την καλοστημένη ψευδαίσθηση αυτής). Όσο κι αν το παίζουμε υπεράνω οι ίδιες δαγκάνες της ψηφιακής παράλληλης πραγματικότητας μάς έχουν γραπώσει όλους ή τουλάχιστον όλους όσοι έχουμε λογαριασμό σε κάποιο είδους κοινωνικό δίκτυο, είτε είναι το Facebook, το Tik-Tok, το Instagram, το Linkedin, κάποιο dating app ή το Twitter.

ΥΓ. Το βοτανικό ελληνικό μείγμα με ολόκληρα άνθη από τσάι του βουνού και καλέντουλα, ροδοπέταλα και χαμομήλια, είναι το AgKalli, που αγοράζω συστηματικά από την Αγγελική και τον Κώστα, οι οποίοι καλλιεργούν βιολογικά τα βότανά τους στην Κομοτηνή, έχοντας ιδρύσει το πολυβραβευμένο brand Grizo & Prasino. Τα παχύφυτα στο γραφείο είναι από το φυτώριο στα Πετράλωνα, επί της Χαμοστέρνας, λίγο πριν αυτή συναντηθεί με την οδό Πειραιώς. Από εδώ έχω πάρει και τη μονστέρα μου καθώς και τις πανύψηλες πια τούγιες μου που έχω φυτεύσει στην πράσινη ταράτσα μου. Η γάτα που κοιμάται αμέριμνη στον πάγκο του φυτώριου, τυλιγμένη με τις κορδέλες, δυστυχώς δεν είναι δική μου.

Leave a comment