Tο βιβλίο, τα sneakers, η vintage inox τσαγιέρα, η έκθεση, ο καφκικός εφιάλτης, τα λιχούδικα Saint-Honoré, το design θυμιατό, η τρυφερή πάπια με πίκλες παντζαριού και κολασμένα baby καρότα… Όσα ερωτεύτηκα αυτό το διάστημα στην Αθήνα:

Το βιβλίο: «Η χρονιά της μαγικής σκέψης», Joan Didion, εκδ. Ψυχογιός
Εκπρόσωπος της Νέας Δημοσιογραφίας, εφάμιλλη του Τρούμαν Καπότε και του Γκορ Βιντάλ, η Τζόαν Ντίντιον έδωσε με την πένα της μια προσωπική ματιά στην επικαιρότητα του μεταπολεμικού κόσμου, «παντρεύοντας» με το δικό της φίλτρο την πολιτική, τη μόδα, τη λογοτεχνία, αγγίζοντας ολόκληρη την ομπρέλα της θεματολογίας που αφορά έναν σύγχρονο άνθρωπο: από το lifestyle μέχρι τις πιο πραγματιστικές πτυχές της ζωής, όπως μια σημαντική για την σύγχρονη Ιστορία εκλογική αναμέτρηση ή ένα έγκλημα που συνταράσσει την κοινωνία (τα ρεπορτάζ της για τη φονική δράση του Τσαρλς Μάνσον, ενός από τους πιο άγριους σίριαλ κίλερ της Αμερικής, διδάσκονται στα πανεπιστήμια).
Ως συγγραφέας, η γεννημένη το 1934 στην Καλιφόρνια Τζόαν Ντίντιον, η οποία έζησε όλη της τη ζωή μεταξύ Μαλιμπού και Νέας Υόρκης, έγραψε και μυθιστορήματα και δοκίμια, αποσπώντας και για τα δύο είδη πλήθος βραβείων: Το 2005 τιμήθηκε με το National Book Award στην κατηγορία Non Fiction και το 2007 με το μετάλλιο του National Book Foundation για το σύνολο της προσφοράς της στα αμερικανικά γράμματα.
Στο πιο διάσημο βιβλίο της, το εμβληματικό αυτοβιογραφικό «Η χρονιά της μαγικής σκέψης», που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε εξαιρετική μετάφραση από τη Μυρσίνη Γκανά, η σπουδαία Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος καταγράφει όλη την πορεία του πένθους που βίωσε από την απώλεια του συζύγου της, την ώρα που η κόρη τους βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση με πνευμονία και σηπτικό σοκ σε μονάδα εντατικής θεραπείας, πριν καταλήξει και αυτή δυο χρόνια μετά, βυθίζοντας την Τζόαν Ντίντιον σε ένα διπλό πένθος.
«Κάθεσαι να φας για βράδυ και η ζωή όπως την ξέρεις τελειώνει», γράφει η ίδια. Με αυτή την πρώτη φράση του βιβλίου της η Ντίντιον δίνει το τέμπο για όσα ακολουθούν στο εμβληματικό αυτοβιογραφικό της δοκίμιο, το memoir-μαρτυρία για το πένθος το οποίο συστήνουν ψυχολόγοι και ψυχίατροι σε όλο τον κόσμο σε ανθρώπους που έχουν βιώσει μια σημαντική γι’ αυτούς απώλεια.

Η Ντίντιον έγραψε το βιβλίο αυτό ογδόντα οκτώ ημέρες αφότου ο επί σαράντα χρόνια σύζυγός της, ο δημοσιογράφος του περιοδικού Τime και σεναριογράφος Tζον-Γκρέγκορι Νταν, πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο διαμέρισμά τους, καταγράφοντας όλα τα στάδια του πένθους που βίωσε η ίδια μετά το συμβάν: από το σοκ και την άρνηση, τις ενοχές, τη ροπή στην ουτοπία, μέχρι τη διαπραγμάτευση και την αποδοχή.
Η Τζόαν και ο Τζον είχαν μόλις επιστρέψει επιστρέψει από το νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν με πνευμονία, σε κωματώδη κατάσταση, η υιοθετημένη κόρη τους Κιντάνα, και είχαν καθίσει να δειπνήσουν στην τραπεζαρία του θρυλικού, μποέμ νεοϋορκέζικου σπιτιού τους, πλάι στο αναμμένο τζάκι, προπαραμονή πρωτοχρονιάς του 2003. Ο Tζον τρώγοντας και μιλώντας με την Τζόαν, σταμάτησε ξαφνικά να ανταποκρίνεται, αφήνοντας τη φράση του μετέωρη και κοιτώντας το κενό, λίγο πριν πέσει από την καρέκλα στο πάτωμα. Οι διασώστες προσπάθησαν να τον επαναφέρουν στη ζωή, αλλά είχαν περάσει τα οκτώ πρώτα κρίσιμα λεπτά όπου η ανάνηψη με απινιδωτή μπορούσε να καταστεί εφικτή. Ο θάνατος, όπως διαπιστώθηκε αργότερα στο νοσοκομείο και επιβεβαιώθηκε από τη νεκροψία, ήταν ακαριαίος.
Η Τζόαν Ντίντιον, στο διάστημα που ακολούθησε και αφού είχε μόλις περάσει το σοκ άρχισε να κάνει αυτό που έκανε ολόκληρη τη ζωή της: να καταγράφει λεπτομερώς τα πάντα -σκέψεις, διαβάσματα, συζητήσεις, συναισθήματα- σχετικά με το πένθος της. Μελέτες, επιστημονικά άρθρα, στατιστικές – μια ολόκληρη βιβλιογραφία για το πένθος έγινε το μόνο όπλο που είχε στη διάθεσή της η Ντίντιον για να κατανοήσει έστω και λίγο όλο αυτό το πράγμα που της συνέβη ξαφνικά και άλλαξε τη ζωή της για πάντα, σε μια μόνο στιγμή.
«Είμαστε ατελή θνητά όντα με επίγνωση της θνητότητάς μας, ακόμα κι αν την αποδιώχνουμε, η ίδια μας η πολυπλοκότητα μας απογοητεύει, πλασμένοι έτσι που, όταν πενθούμε για τις απώλειές μας, πενθούμε, θέλοντας και μη, και για τον εαυτό μας. Για το πώς ήμασταν. Για το πώς δεν είμαστε πια. Για το ότι κάποια μέρα δε θα είμαστε καθόλου», γράφει χαρακτηριστικά η ίδια.

Το μετατραυματικό στρες από την ξαφνική απώλεια, τα κύματα της θλίψης, οι υπαρξιακές αναζητήσεις, το άχθος της ματαιότητας που επιφέρει η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, η προσπάθεια κατανόησης, οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή στις οποίες έπρεπε να προσαρμοστεί, τα διαδικαστικά, η γραφειοκρατία, η μοναξιά, ο φόβος, η αγωνία και φυσικά το ζόρι από την παράλληλη νοσηλεία της κόρης της, η οποία τελικά έχασε και αυτή τη μάχη, δύο χρόνια μετά, σε ηλικία 39 ετών – όλα καταγράφονται με τρόπο ουδέτερο, δημοσιογραφικό, αποστασιοποιημένο, σαν ρεπορτάζ που αφορά κάποιον τρίτο. Δεν υπάρχει η ψυχρότητα ενός ρεπορτάζ που απλώς καταθέτει τα γεγονότα όπως συνέβησαν, αλλά μια σωματοποιημένη δημοσιογραφική εμπειρία που έχει βάλει τον δημοσιογράφο και το φακό του μέσα στο συμβάν που καταγράφει. Η Ντίντιον, ως μία από τις πιο διάσημες εκπροσώπους της Νέας Δημοσιογραφίας, υπηρέτησε το εμπειρικό ρεπορτάζ: ερευνώντας τα θέματά της μέσα από το δικό της βίωμα. Στην ίδια λογική με τη γραφή του Τρούμαν Καπότε, του Νόρμαν Μέιλερ και του Τομ Γουλφ, η Ντίντιον ό,τι κι αν έγραφε το είχε βιώσει, παραθέτοντας τα συμβάντα μέσα από το προσωπικό της φίλτρο.
Στο απόσπασμα που ακολουθεί η Τζόαν Ντίντιον, με την εξαιρετική πένα της, κάνει μια τομή στα πολύπλοκα συναισθήματα που βιώνει κάποιος που πενθεί, ξεκαθαρίζοντας κάτι πολύ σημαντικό. Το πένθος που βιώνουμε οι άνθρωποι όταν χάσουμε κάποιον αγαπημένο, είναι ολότελα διαφορετικό από όλα όσα έχουμε φανταστεί ότι είναι το πένθος. «Το πένθος αποδεικνύεται ένας τόπος που κανείς μας δεν γνωρίζει μέχρι να βρεθεί εκεί». Ένας τόπος γεμάτος αντιφάσεις, που τον χτυπούν κατά κύματα διαφόρων ειδών συναισθήματα: από απόγνωση και φόβο του αγνώστου, μέχρι θυμό, νοσταλγία, άρνηση, αποδοχή κτλ. Κυρίως όμως, εκτός από πόνος για την απουσία του άλλου, πόνος που λειαίνεται με το πέρας του χρόνου, το πένθος είναι μια υπαρξιακή γνώση: ο άνθρωπος πενθώντας κατακτά μια ολιστική αντίληψη του τι σημαίνει ζωή. Ίσως γι’ αυτό η Ντιντίον όταν τη ρώτησαν κάποτε τι σημαίνει πένθος απάντησε με μια μόνο λέξη: «Κενό». Ο άνθρωπος μέσα στο πένθος δεν παλεύει μόνο με την έλλειψη του αγαπημένου, παλεύει με το κενό νοήματος και την υπαρξιακή αγωνία που του κληροδοτεί η απώλειά του.
«Περιμένουμε (γνωρίζουμε) ότι κάποιος δικός μας άνθρωπος μπορεί να πεθάνει, όμως δεν μπορούμε να σκεφτούμε πέρα από τις λίγες ημέρες ή εβδομάδες που θα ακολουθήσουν έναν τέτοιο υποθετικό θάνατο. Δεν αντιλαμβανόμαστε σωστά ούτε καν τη φύση αυτών των λίγων ημερών ή εβδομάδων. Περιμένουμε ίσως πως, αν ο θάνατος είναι αιφνίδιος, θα νιώσουμε σοκ. Δεν περιμένουμε αυτό το σοκ να είναι εκμηδενιστικό, να καταλύει σώμα και νου. Θεωρούμε ίσως πως δεν θα μπορούμε να σηκωθούμε από το κρεβάτι, απαρηγόρητοι, τρελαμένοι από τον πόνο. Δεν περιμένουμε ότι θα είμαστε κυριολεκτικά τρελοί, ψύχραιμες πελάτισσες που πιστεύουν πως ο άντρας τους όπου να ‘ναι θα επιστρέψει και θα χρειαστεί τα παπούτσια του. Στην εκδοχή του πένθους που πλάθουμε στο μυαλό μας, το μοντέλο που σκεφτόμαστε ότι ακολουθούμε είναι η “ίαση”. Θα υπάρξει τελικά μια διαρκής πρόοδος. Οι χειρότερες μέρες θα είναι οι πρώτες μέρες. Φανταζόμαστε πως η στιγμή της μεγαλύτερης δοκιμασίας θα είναι η κηδεία, κι έπειτα θα ξεκινήσει αυτή η υποτιθέμενη ίαση. Όταν σκεφτόμαστε την κηδεία, αναρωτιόμαστε αν θα καταφέρουμε “να τα βγάλουμε πέρα”,αν θα σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων, αν θα δείξουμε τη “δύναμη” που σταθερά θεωρείται η πρέπουσα αντίδραση απέναντι στο θάνατο. Φανταζόμαστε ότι θα πρέπει να θωρακιστούμε, να είμαστε έτοιμοι γι΄ αυτή τη στιγμή: θα καταφέρω να χαιρετήσω τον κόσμο, θα καταφέρω να φύγω από κει, θα καταφέρω να ντυθώ έστω εκείνη τη μέρα; Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως η ίδια η κηδεία θα είναι καταπραϋντική, σχεδόν σαν να είμαστε ναρκωμένοι, τυλιγμένοι στο κουκούλι της φροντίδας των άλλων και του βάρους του νοήματος της περίστασης. Και ούτε είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από πριν (κι εδώ έγκειται η ουσία της απόκλισης ανάμεσα στο πένθος όπως το φανταζόμαστε και στο πένθος όπως είναι) την ατελεύτητη απουσία που ακολουθεί, το κενό, το εντελώς αντίθετο του νοήματος, την αδυσώπητη διαδοχή στιγμών όπου θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την εμπειρία της ολοκληρωτικής απουσίας νοήματος».
Info: Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και το βιβλίο «Μπλε νύχτες» ετοιμάζεται από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

H μεταλλική vintage τσαγιέρα από το Κουβέιτ
Αγαπώ πολύ αυτή το inox vintage σετ του καφέ για το πρωινό (ή το απογευματινό τσάι) με τσαγιέρα, γαλατιέρα, ζαχαριέρα και βουτυριέρα που είχε φέρει από ένα ταξίδι του στο Κουβέιτ ο πατέρας μου, στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Το art de la table με ανοξείδωτα σκεύη είναι ξανά πολύ της μόδας φέτος και ευτυχώς είχα διασώσει πριν από πολλά πολλά χρόνια το συγκεκριμένο σετ, από τη μανία της μητέρας μου να ξεφορτώνεται με συνοπτικές διαδικασίες οτιδήποτε στοχοποιήσει ως ρετρό. Ακόμα κλαίμε με την αδερφή μου τα θρυλικά seveties Tupperware, το Atari, τις vintage Polaroid, το πικάπ, τα γυαλιά Jackie O, τη μίνι ασπρόμαυρη τηλεόραση που χωρούσε στη χούφτα του ενός χεριού, που εξαφάνισε αδίστακτα χωρίς να ρωτήσει τους οικείους της ρακοσυλλέκτες ή να λογαριάσει τα comeback της μόδας.

Το μαύρο θυμιατό: Για μίνιμαλ κοσμοκαλόγερους
Το λιβανίζω εδώ και καιρό. Εκτός από τα αρωματικά κεριά του οίκου Jo Malone με τα οποία είμαι ερωτευμένος σταθερά, τα λιβάνια από το Άγιος Όρος είναι ο νέος μου τρόπος να φρεσκάρω και να «εξαγνίζω» το σαλόνι μου. Ευλόγησον…

H τάση: Tα μεγάλα, χοντρά κορδόνια στα sneakers
Μου αρέσουν τα αθλητικά παπούτσια με τα θεόρατα κορδόνια που μοιάζουν με με μικρογραφίες από κάβους καραβιών. Αυτά τα ασπρόμαυρα Dior sneakers του οίκου Dior τα ερωτεύθηκα με την πρώτη ματιά.

Το Saint-Honoré του γαλλικό microbakery Solène στη Δραγατσανίου
O καταξιωμένος pastry chef Αλέξανδρος Κούφας, με θητεία στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», υπογράφει το ολοκαίνουργιο υβριδικό γαστρονομικό πρότζεκτ στη νέα και ζωηρή πιάτσα της οδού Δραγατσανίου. Το υπέρκομψο Solène, ένα στολίδι που δίνει λάμψη και γαλλική φινέτσα στην Πλατεία Κλαυθμώνος, όλη μέρα λειτουργεί ως microbakery, cafe και βιενουαζερί, ενώ το βράδυ μεταμορφώνεται σε ένα σικάτο γαλλικό εστιατόριο, με μενού που υπογράφει ο διακεκριμένος με αστέρι Michelin Αλέξανδρος Τσιοτίνης, chef patron του εξαιρετικού fine dining εστιατορίου CTC στον Κεραμεικό. Στο εσωτερικό του εστιατορίου, η διακόσμηση, συνδυάζει τα φίνα στοιχεία ενός παριζιάνικου μπιστρό με κόκκινες ροτόντες, ένα statement δάπεδο σκακιέρα με λευκά-κόκκινα πλακάκια, λευκές κουρτίνες και πολυελαίους, με τον χαρακτήρα ενός μεταμοντέρνου microbakery. Στην είσοδο σε υποδέχεται μια βιτρίνα με τα «κολασμένα» γλυκά του Κούφα -όπως Saint-Honoré, Paris-Brest και Mayan με σοκολάτα και καραμέλα-, που είναι σαν μικρά γαλλικά μπιζού σε κοσμηματοπωλείο της γαλλικής πρωτεύουσας.
Info: Διαβάστε περισσότερα για το μενού και τις εντυπώσεις μου για όσα δοκίμασα στο Solène, στο iefimerida.gr

Η παράσταση: Η Δίκη του Κάφκα στο θέατρο Ark, στην Κυψέλη, σε σκηνοθεσία του Άρη Μπινιάρη, ήταν μια από αυτές τις παραστάσεις που τις παρακολουθείς με όλες σου τις αισθήσεις σε όξυνση, από αυτές που τρυπώνουν σε μια γωνιά του υποσυνείδητού σου και τις κουβαλάς μέσα σου για καιρό, στοιχειώνοντας με την ορμητικότητά τους τους εφιάλτες σου. Ο Μπινιάρης είναι ο πιο αγαπημένος μου θεατρικός σκηνοθέτης. Η μουσική, ρυθμική του ανάγνωση σε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας με μαγεύει πάντα. Σε αυτή τη θεατρική μεταφορά τού αριστουργήματος του Φραντς Κάφκα, ο δημοφιλής σκηνοθέτης συνέθεσε μια μουσική πανδαισία άγριας ομορφιάς, με μαύρο χιούμορ, με έναν ρυθμό που αποκλείεται να μην κολλούσε στο μυαλό σου και μια κινησιολογία η οποία μετέτρεπε κάθε βράδυ τους ηθοποιούς σε ευλύγιστα ζωντανά γλυπτά.
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος ενσάρκωσε υποδειγματικά τον Γιόζεφ Κ., τον ήρωα του Κάφκα, που έχει γίνει το σύμβολο του μοντερνιστικού υποκειμένου, το οποίο συνθλίβεται από τις αρχές καταστολής ενός αδυσώπητου καθεστώτος. Πιάνεται κυριολεκτικά στον ύπνο και οδηγείται φορώντας ακόμα τις πιτζάμες του ενώπιον ενός διεφθαρμένου ανακριτή, που όχι μόνο θα τον οδηγήσει σε μια παράλογη δίκη, αλλά θα τον οδηγήσει μέσα στην καρδιά της παράνοιας.
Το καφκικό ζοφερό σύμπαν -το τέρας της γραφειοκρατίας και ο δαίδαλος ενός θηριώδους δικαστικού μεγάρου γεμάτου λαβύρινθους, σκοτεινούς υγρούς διαδρόμους, ανήλιαγες, ασφυκτικές αίθουσες που μυρίζουν κλεισούρα-, στη σκηνή του Ark, αντικαταστάθηκε από μια απρόσωπη, άδεια, ανακριτική αίθουσα, καθώς όλος ο ζόφος ήταν εσωτερικός. Ο Άρης Μπινιάρης πήρε τη δυστοπία του Κάφκα, την αποπολιτικοποίησε ευφυώς και της έδωσε μια εσωτερική διάσταση. Η ανάγνωση που έκανε στο αριστούργημα του Κάφκα δεν είναι πολιτική, κοινωνική, πολιτισμική, αλλά ψυχαναλυτική. Ο Γιόζεφ Κ., στην εκδοχή του Μπινιάρη, ήταν έγκλειστος μέσα στον εαυτό του, καταδικασμένος σε μια αέναη υπαρξιακή αγωνία που τον διέβρωνε εσωτερικά. Η ενοχή του ήταν αδιόρατη, γι’ αυτό η δίκη του θα συνεχίζεται αέναα, βασανίζοντας το καφκικό υποκείμενο -όπως το αποδίδει ο Μπινιάρης- σαν ψυχική νόσος εφ’ όρου ζωής. Ο Γιόζεφ Κ. διαλύθηκε επί σκηνής ακολουθώντας τον ρυθμό ενός κανιβαλιστικού, οργιώδους, βακχικού σμήνους βασανιστών, δεσμοφυλάκων που έπαιρναν ακόμα και τη μορφή ηλικιωμένων προσώπων της οικογένειάς του που τον τριγύριζαν με ύπουλες θωπείες και τάχα τρυφερές χορευτικές φιγούρες για να τον βασανίσουν εξίσου με εκείνους που τον δίκαζαν. Η ερμηνεία του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου ήταν τόσο δυνατή, ο εφιάλτης σωματοποιούνταν τόσο έντονα σε κάθε του σπασμό, σε κάθε του κίνηση επί σκηνής, καθώς η ενοχή τον εξουθένωνε και τον οδηγούσε στην εξαθλίωση, σαν σκυλί, όπως έλεγε ρυθμικά ο «χορός» σε αυτή τη μοντερνιστική, υπαρξιακή τραγωδία.
Δεν ήταν μονάχα ο Παπασπηλιόπουλος εξαιρετικός. Ήταν όλοι οι ηθοποιοί (η Εβίτα Αγαΐτση, ο Αλέξης Βιδαλάκης, η Αγγελική Δεληθανάση, ο Θανάσης Ισιδώρου, ο Βασίλης Καζής, ο Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, ο Κλέαρχος Παπαγεωργίου, ο Σωτήρης Τσακομίδης, ο Νικόλας Χατζηβασιλειάδης), μηδενός εξαιρουμένου, καταπληκτικοί, καταφέρνοντας σε κάθε παράσταση έναν κοπιαστικό άθλο που απαιτούσε την ευλυγισία ενός χορευτή, μα πάνω απ’ όλα το ταλέντο ενός καλού ηθοποιού. Η μουσική σύνθεση του Τζεφ Βάγγερ έδινε τον ρυθμό και συνομιλούσε άψογα με το έργο. Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη ήταν εύστοχα, ενώ η κινησιολογία/χορογραφία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου έκλεβε την παράσταση.
Info: Η παράσταση ολοκληρώθηκε στα τέλη Απριλίου, αλλά, όπως ανακοινώθηκε, θα επιστρέψει τη νέα σεζόν στη σκηνή του θεάτρου Ark. Μην τη χασετε!

Η έκθεση: Γιώργος Λάνθιμος – Stegi
Οι φωτογραφίες του Γιώργου Λάθιμου στο πρώτο υπόγειο της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, είναι αναμφισβήτητα η πιο πολυσυζητημένη έκθεση φωτογραφίας αυτής της άνοιξης.



Το αλλόκοτο και καθημερινό, ο κινηματογράφος και η ποίηση, η πόζα και το αυθόρμητο ξάφνιασμα όταν ο φακός σε συλλαμβάνει ξαφνικά, το φως και το σκοτάδι, η Νέα Υόρκη, το Λος Άντζελες και τα νησιά του Αιγαίου, η Βουγονία και η Μπέλα Μπάξτερ, η λογική και ο παραλογισμός, συνυπάρχουν στο λανθιμικό σύμπαν, τραβώντας το χαλί κάτω από την πραγματικότητα για να υπογραμμίσουν ότι στην επικράτεια της Τέχνης όλα είναι πιθανά.
Info: Η έκθεση διαρκεί έως τις 17/05

Το εστιατόριο: September 18 στη Στοά Καΐρη
Δίπλα σε καταστήματα με εργαλεία και υδραυλικά, στην αστική τοπιογραφία της οδού Αθηνάς με τα μπακάλικα, τα ψάθινα καλάθια, τα νέα εστιατόρια και τη Βαρβάκειο Αγορά, άνοιξαν πρόσφατα το νέο τους γαστρονομικό πρότζεκτ η Νεφέλη Οφέλια Σαχβερντιάν και ο Γιάννης Τσαχλής.




Tο September 18 στη Στοά Καΐρη, έχει βορειοευρωπαϊκή ατμόσφαιρα, ωραίο μινιμαλιστικό design σε σκανδιναβικούς τόνους με πολύ προσεγμένες λεπτομέρειες όπως τα εκπληκτικά μαχαιροπίρουνα-γλυπτά του θρυλικού designer Arne Jacobsen και ένα ιδιαίτερο φαγητό που δίνει έμφαση στην ενσυνείδητη γαστρονομία, την ευεξία, την υγιεινή αλλά gourmet διατροφή, την εποχικότητα και το zero waste, με την υπογραφή του σεφ Χρήστου Χανιά.
Ιnfo: Διαβάστε περισσότερα για το μενού και τις εντυπώσεις μου για όσα δοκίμασα στο εστιατόριο, στο iefimerida.gr

YΓ. «Ο χρόνος είναι το σχολείο στο οποίο μαθαίνουμε», γράφει η Τζόαν Ντίντιον. Αν κρατάω μια φράση από το βιβλίο της, είναι αυτή.

