Φθινόπωρο προς χειμώνας

Μια ζωή περίκλειστη. Χωρίς ταξίδια, εστιατόρια, βραδιές στην όπερα. Χωρίς σαββατιάτικες βιβλιοβόλτες, σινεμά, θέατρο. Χωρίς κυριακάτικα τραπέζια στους γονείς με ολόκληρη την οικογένεια. Χωρίς πάρκα γεμάτα κόσμο, εκθέσεις σε μουσεία και γκαλερί, κοκτέιλς στα μπαρ ξενοδοχείων. Χωρίς να παίρνεις το βιβλίο σου και να πηγαίνεις για τσάι, χωρίς θεραπείες για ευεξία, ραντεβού για καφέ και σνακ σε μικρά μπιστρό ή για ζυμαρικά σε μια ιταλική τρατορία μετά το σόπινγκ. Μια ζωή χωρίς όλα αυτά με τα οποία είχαμε μάθει να περνάμε καλά. Μια τέτοια ζωή, περίκλειστη και αποξενωμένη, μπορεί να είναι απολαυστική; Κι όμως μπορεί! Η καθημερινότητα στο σπίτι, για ανθρώπους σαν εμένα που έχουν περάσει τη μισή τους ζωή κλεισμένοι σε ένα γραφείο, αντιμέτωποι στις περισσότερες περιπτώσεις με ένα τοξικό επαγγελματικό περιβάλλον, είναι μια παράξενη συνθήκη που -αφού κατακάθισε το πρώτο σοκ που σε έκανε να νιώθεις σαν να ζεις σε μια δυστοπία- άρχισε να γίνεται απολαυστική. Αν φυσικά, τέτοιες εποχές, έχεις την πολυτέλεια να παραμένεις υγιής, αφήνεσαι στο χρόνο και αποκτάς νέες συνήθειες, ξυπνάς για να δεις την ανατολή ή πας κατευθείαν για ύπνο μετά από αυτή, πηγαίνεις το σκύλο βόλτα χωρίς να βιάζεσαι, απολαμβάνεις το βιβλίο σου στη θάλασσα, κάτω από έναν χλωμό ήλιο που σου καίει γλυκά τα μάτια. 

Η αλήθεια είναι ότι η καραντίνα όταν ζεις μόνιμα στην εξοχή είναι πολύ πιο εύκολη. Στην ερημιά περπατάς χωρίς να αγχώνεσαι για τον ιό, όλες οι καθημερινές δουλειές γίνονται γρήγορα και με ασφάλεια και το κυριότερο, παρακολουθώντας τη φύση, δεν βαριέσαι ποτέ. Κάθε μέρα το τοπίο μοιάζει διαφορετικό, αλλάζει ανάλογα με το φως και τις καιρικές συνθήκες. Ποτέ μέχρι τώρα στη ζωή μου δεν είχα έρθει χειμώνα σε τόσο στενή επαφή με τη φύση. Βγαίνω για ψωμί ή για προμήθειες από το μπακάλικο και ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, είναι η θάλασσα βαμμένη με όλα τα χρώματα της δύσης. Περπατάω, μυρίζοντας το νωπό χώμα από τη φθινοπωρινή δροσιά, κάτω από ουρανούς με αφράτα πορτοκαλί σύννεφα που μοιάζουν ζωγραφισμένα με το πινέλο. Περπατώ και σταματώ. Δεν βιάζομαι. Σκύβω στα λουλούδια και τα παρατηρώ. Μα ούτε ήξερα ότι αυτή την εποχή υπάρχουν τόσα λουλούδια που ανθίζουν! Ένα σαλιγκάρι πάνω στα φύλλα της τριανταφυλλιάς, ένας σκατζόχοιρος στην άκρη του χωματόδρομου, μια χελώνα μέσα στη ρίγανη και τον βασιλικό. Πεταλούδες πετούν στις μανταρινιές ενώ διαβάζω στον κήπο.

Πηγαίνω με το αυτοκίνητο στο δάσος κοντά στο σπίτι και γυρνώντας νιώθω σαν να επέστρεψα αναζωογονημένος από ένα μακρινό ταξίδι, έκθαμβος από τη σιωπή, κι ας έλειπα μονάχα μισή ώρα. Χορταίνω ύπνο. Κοιμάμαι όταν νυστάξω και μένω ξάγρυπνος για να διαβάσω, χωρίς να σκέφτομαι την πρωινή κίνηση για το γραφείο ή για βαρετά meetings σε ανήλιαγες αίθουσες συσκέψεων με συνεπαρμένα με τον εαυτό τους ego που κονταροχτυπιούνται για ανούσια πράγματα και όλοι γύρω από το τραπέζι παριστάνουν με πάθος ότι είναι υψίστης σημασίας, ενώ κατά βάθος από μέσα τους φτιάχνουν λίστες με τα ψώνια του σούπερ μάρκετ ή κρυφοκοιτούν στο κινητό τους τις νέες παραλαβές στα Zara. Για όσο κρατάει αυτό το φρικτό πράγμα που μας έχει κατατρομοκρατήσει και μας έχει στερήσει κυρίως τις αγκαλιές και τα φιλιά, τα χάδια, με όσους αγαπάμε, θα φτιάχνω τον μικρόκοσμο που εγώ γουστάρω και θα τρυπώνω μέσα του για να διαβάσω, να μαγειρέψω, να ονειρευτώ, να νοσταλγήσω, να σχεδιάσω ή να κάνω στην τελική απολύτως τίποτα.

Το πιο σημαντικό για εμένα είναι ότι διαβάζω τα βιβλία μου με άλλο ρυθμό. Χωρίς να περιμένω να με διασκεδάσουν, να με ταξιδέψουν, να με γραπώσουν με τη μία. Αφήνομαι στην ιστορία, στέκομαι στις λέξεις, παρατηρώ τη σύνταξη, ακριβώς όπως κάνω στο δρόμο όταν βγαίνουμε βόλτα με τον Hermes. Ακολουθώ το ρυθμό της αφήγησης. Όταν διαβάζεις έτσι, το κείμενο ανθίζει, όπως ανθίζει και η καθημερινότητα όταν έχεις τον χρόνο να αφήνεσαι στη βραδύτητα, χωρίς να κοιτάς το ρολόι, χωρίς να στριμώχνεις χιλιάδες πράγματα σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο. Έτσι απόλαυσα το Φθινόπωρο της Άλι Σμιθ (μτφρ. Μηλτιάδης Αργυρόπουλος, εκδ Καστανιώτη). Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που κυλά αργά, χωρίς επί της ουσίας πλοκή, ένα βιβλίο που αναβλύζει από συναισθήματα, από λέξεις που επαναλαμβάνονται σαν ξόρκια, με λογοπαίγνια, με σημεία στίξης που κόβουν τις φράσεις βίαια σαν την ανάσα κάποιου που δεν τον χορταίνουν οι λέξεις και ασθμαίνει από λαχτάρα να μοιραστεί όσα νιώθει, να πει έστω μισές, σκόρπιες, τις λέξεις που δεν του σβήνουν τη φωτιά που καίει μέσα του, να τις πει μέσα σε παύσεις που λένε πιο πολλά, μέσα σε σιωπές που έχουν τέτοιο φορτίο μέσα τους που ηλεκτρίζουν.

Η ιστορία πάει ως εξής, αν και μικρή σημασία έχει εδώ που τα λέμε κάθε πληροφορία για το βιβλίο, γιατί αυτό που μετράει είναι η απόλαυση του κειμένου: Ένα κορίτσι γεννημένο το 1984, ζει στη Αγγλία του Brexit, λίγο μετά το δημοψήφισμα που έσκασε σαν βόμβα στη Γηραιά Αλβιώνα και τάραξε τα νερά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ελίσαμπεθ προσπαθεί να βγάλει διαβατήριο και καθώς περιμένει στην αναμονή στο ταχυδρομείο, θυμάται τον καλύτερο φίλο που είχε ποτέ, έναν ηλικιωμένο άντρα που αγαπούσε την Τέχνη, τον Ντάνιελ. Τον γνώρισε όταν εκείνη ήταν οκτώ ετών κι εκείνος ογδόντα+. Έμενε στο διπλανό σπίτι, όπου μετακόμισε με την πρόσφατα διαζευγμένη μητέρα της. Ο ηλικιωμένος άνδρας μύησε το κορίτσι στην Τέχνη καθώς έκαναν μεγάλους περιπάτους στην εξοχή. Τα χρόνια πέρασαν και οι δύο φίλοι χάθηκαν, μέχρι που εκείνη ανακάλυψε ότι ο Ντάνιελ είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο, ζώντας περισσότερο μέσα στο νου του πια, παρά σε μια Αγγλία που ολότελα αποσυντονισμένη περίμενε το Brexit σαν μια φθινοπωρινή καταιγίδα που θα φέρει μέσα σε μια μόνο νύχτα το χειμώνα.

«Ήταν οι χειρότεροι καιροί, ήταν οι χειρότεροι καιροί. Πάλι. Έτσι είναι το πράγμα με τα πράγματα. Καταρρέουν, πάντοτε κατέρρεαν, πάντοτε θα καταρρέουν, είναι στη φύση τους».

Το πρώτο αυτόνομο μέρος από μια τετραλογία των εποχών, το Φθινόπωρο, είναι ένα μυθιστόρημα που μοιάζει με μεταμοντέρνο ποίημα, γεμάτο θραύσματα της μνήμης, αναμνήσεις ξεχασμένες που ανασύρονται στο φως, γεμάτο εντυπώσεις, σπασμένες εικόνες, αισθήματα-θρύψαλα που κάτι σου θυμίζουν και πάνε πολύ βαθιά ξυπνώντας μια απίστευτη τρυφερότητα γι’ αυτόν τον κόσμο και καθετί μοναχικό και ανορθόδοξο, όσο η βαθιά φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ ενός γηραιού κυρίου πάνω από ογδόντα με ένα οκτάχρονο παιδί. Φιλία αληθινή και σπάνια. Σαν αυτές που κρατάνε μια ζωή, ακόμα κι αν χαθείς με τον άλλον, ακόμα κι αν ο ένας από τους δυο φύγει ή είναι καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι ή είναι κλεισμένος για πάντα σε έναν κορμό από πεύκο που το θάβουν στη γη. Στην αφήγηση της Σμιθ δεν ξέρεις τι σε περιμένει στην επόμενη σελίδα, γιατί το βιβλίο μπορεί να μην έχει τη συμβατική πλοκή που εξελίσσεται γραμμικά, ωστόσο έχει μια απέραντα όμορφη και αισθαντική οπτική που σε ελευθερώνει και σε κάνει να το απολαμβάνεις. Αν αυτό το βιβλίο το διάβαζα ένα βράδυ μετά το γραφείο, μπουχτισμένος από την τρέλα της μέρας, ίσως το παρατούσα στην άκρη, ξέροντας ότι, ενώ είναι ένα καλό βιβλίο, θα αδυνατούσα να συγκεντρωθώ στον ελάχιστο χρόνο που διέθετα και να το απολαύσω.

Διαβάστε το φθινόπωρο παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, σαν να κάνετε μια βουτιά. Το νερό μπορεί να είναι παγωμένο γιατί είναι φθινόπωρο πια, φθινόπωρο προς χειμώνας, αλλά θα το απολαύσετε. Διαβάστε το κι αφεθείτε στις λέξεις, όπως αφηνόμαστε στις εποχές που σβήνουν η μια μέσα στην άλλη…

«Πριν από ένα λεπτό ήταν Ιούνιος. Τώρα ο καιρός είναι Σεπτέμβριος. Τα σπαρτά έχουν ψηλώσει, έτοιμα να κοπούν, φωτεινά, χρυσαφιά. 
Νοέμβριος; Αδιανόητο. Μόλις έναν μήνα μακριά. Οι μέρες είναι ακόμα ζεστές, στα σκιερά μέρη ο αέρας πιο τσουχτερός. Οι νύχτες πέφτουν πιο σύντομα, είναι ψυχρότερες, το φως λίγο λιγότερο κάθε φορά. 
Νυχτώνει στις επτάμισι. Νυχτώνει στις επτά και τέταρτο. Νυχτώνει στις επτά.
Η πρασινάδα των δέντρων είναι πιο θαμπή ήδη από τον Αύγουστο, για την ακρίβεια από τον Ιούλιο.
Τα λουλούδια όμως ακόμη ανθίζουν. Οι βατουλιές ακόμη ζουζουνίζουν. Η αποθήκη είναι ήδη γεμάτη μήλα και το δέντρο είναι ακόμη κατάφορτο.
Τα πουλιά είναι στα σύρματα του ηλεκτρικού.
Τα πετροχελίδονα έφυγαν εδώ και βδομάδες. Τώρα πια θα βρίσκονται εκατοντάδες μίλια μακριά, κάπου πάνω απ’ τον ωκεανό». 

ΥΓ. Μια μέρα διάβαζα το βιβλίο μου ξαπλωμένος στον κήπο. Eίχα μεταφέρει τη σεζλόνγκ μου ανάμεσα σε δύο μανταρινιές, για να έχω πίσω μου τον ήλιο όσο διάβαζα. Μέσα από τα δέντρα ερχόταν μια μυρωδιά από μπισκότα, από πορτοκάλι, από φούρνο που ψήνει κάτι τραγανό. Η Σοφία μου έφτιαχνε μπισκότα για το τσάι. Ορίστε η συνταγή:

Μπισκότα πορτοκαλιού

Υλικά
90 γραμμ. κρύο βούτυρο
180 γραμμ. κρυσταλλική ζάχαρη
225 γραμμ. αλεύρι
1 αυγό
1 βανίλια
1/2 κ.γ. baking powder
1/2 κ.γ. αλάτι
1/2 κ.γ. σόδα
Ξύσμα πορτοκαλιού

Εκτέλεση
Χτυπάμε σε ένα μπολ το βούτυρο, το αυγό και τη ζάχαρη. Προσθέτουμε τα υπόλοιπα υλικά εκτός από το αλεύρι που το προσθέτουμε κοσκινιστά στο τέλος μέχρι να δημιουργηθεί η ζύμη. Πλάθουμε τα μπισκότα σε μπαλάκια των 30 γραμμαρίων. Ψήνουμε σε επίπεδο ταψί με αντικολλητικό χαρτί για 15 λεπτά στον αέρα, στους 180 βαθμούς. 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s