Αρσενικό (Νάξου) και παλιά δαντέλα

H άγρια και αυθεντική ομορφιά των Κυκλάδων είναι το ιδανικό σκηνικό για να διαβάσει κανείς το μυθιστόρημα «Η χρονιά που γεννήθηκε ο δαίμονας» (μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη), του περουβιανού συγγραφέα Σαντιάγο Ρονκαλιόλο.

Aπόλαυσα το χορταστικό αυτό βιβλίο κάνοντας ένα οδοιπορικό στη Νάξο της γαστρονομίας, με τα ορεινά χωριά της σκαρφαλωμένα στο χείλος του γκρεμού, τα τυροκομεία και τις στάνες, τα παλιά μπακάλικα με τα μπαχάρια, τα κοφίνια και τα ναξιώτικα παραδοσιακά τυριά, τα καφενεία στα ασβεστωμένα σοκάκια, τα στρωμένα τραπέζια κάτω από τις σκιερές κληματαριές, τους φιδογυριστούς δρόμους ανάμεσα στις πεζούλες με τα αμπέλια και τους γκρεμούς, το απέραντο γαλάζιο, τα λευκά ψαροχώρια με τα σπίτια που φτάνουν μέχρι το νερό, τις ατέλειωτες αμμουδιές και τα μελτέμια μέσα στα κύματα των οποίων γεννιέσαι ξανά, τα ξύλινα τελάρα με τις γόπες που φέρνει το πρωινό καΐκι, τα μοσχομυριστά κεφτεδάκια με τα μυρωδικά από το μποστάνι, τις πλατείες με τα πανηγύρια, τα χαμηλοτάβανα μεσαιωνικά σοκάκια που μοιάζουν με σπηλιές…

Δεν ξέρω τι με γοήτευσε πιο πολύ σε αυτό το ογκώδες μυθιστόρημα: η μεθυστική πλοκή, η αφηγηματική δεινότητα ενός συγγραφέα που πάντα με μαγεύει, η εξωτική ομορφιά του Περού του 17ου αιώνα, η γεμάτη δεισιδαιμονίες, πάθη και διαφθορά Λίμα, με την φιλήδονη διάθεση της λατινικής Αμερικής από τη μια και τον τρόμο από το κυνήγι μαγισσών που εξαπέλυε η Ιερά Εξέταση από την άλλη; Όλα αυτά μαζί, μα κυρίως η ικανότητα του Ρονκαλιόλο να συνδυάζει στις σελίδες του βιβλίου, αριστοτεχνικά, το χιούμορ και τον γοτθικό ζόφο, την ακολασία μιας σχεδόν πρωτόγονης ζωής που παραδίδεται ενστικτωδώς στην ηδονή και την αυστηρότητα του καθολικισμού, την αναρχία του εξωτισμού με την ιεραρχική τυπολατρία της Ισπανικής Αντιβασιλείας, τη δεισιδαιμονία με τον ορθολογισμό και την αιώνια μάχη μεταξύ καλού και κακού, αλλά δοσμένη από έναν έμπειρο συγγραφέα αμφίσημα, με μια διαρκή εναλλαγή ρόλων, φωτίζοντας ευφυώς το κακό μέσα στο υποτιθέμενα καλό και το αντίστροφο.

Οι ήρωες του Ρονκαλιόλο αλλάζουν πρόσωπα και προσωπεία, βγάζουν τη μάσκα και αποκαλύπτονται σταδιακά, πετούν το στενό τους κοστούμι που άλλοτε το υπηρετούν πιστά και άλλοτε τους καταδυναστεύει, απελευθερώνονται ή καταρρέουν υπό το βάρος αποκαλύψεων, αναζητούν μια έξοδο διαφυγής ή πέφτουν θεαματικά από τον γκρεμό μην μπορώντας να βρουν ένα άλλο μονοπάτι έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις που έχουν μάθει όλη τους τη ζωή να υπηρετούν ως ζηλωτές. Ψέματα, υποκρισία, μηχανορραφίες, ίντριγκες, δολιότητα, τους κυκλώνουν. Πάθη που απειλούν να τα διαλύσουν όλα, αμαρτίες, απαγορευμένες συνδιαλλαγές, ανίερες συμφωνίες, μυστικά που έρχονται στο φως, μπαίνουν στο σέικερ του συγγραφέα και αναμειγνύονται με τη δύναμη ενός μεθυστικού, απαγορευμένου έρωτα, για να δημιουργήσουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που δεν θες να τελειώσει.

Η αφήγηση είναι ουσιαστικά η εξομολόγηση, η μαρτυρία, η λυτρωτική κατάθεση ενός νεαρού άνδρα, του Αλόνσο Μοράλες -πρώην αστυνόμου του δικαστηρίου του Ιερού Λειτουργήματος και στενού συνεργάτη του αδυσώπητου και τρομερού Ιεροεξεταστή Γαϊτάν- που καταθέτει ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου της Ιεράς Εξέτασης όσα έζησε ο ίδιος από πρώτο χέρι, για τη θαυματουργή ή δαιμονική δράση της Ρόσα Φλόρες ντε Ολίβα.

Ο Ρονκαλιόλο παίρνει πραγματικά γεγονότα και τα μπλέκει με τους ιστούς της μυθοπλασίας. Αληθινά πρόσωπα και θρύλοι της περουβιανής Ιστορίας συνυπάρχουν με τους ήρωες του βιβλίου. Η ιστορία της Ρόσα της Λίμας (1586-1617), που ήταν μέλος του Τρίτου Τάγματος του Αγίου Δομίνικου στη Λίμα του Περού και αγιοποιήθηκε από την Καθολική Εκκλησία, γίνεται η ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος και όλα τα πρόσωπα αλλά και τα γεγονότα που περιγράφονται από τον Αλόνσο κινούνται γύρω της.

Βρισκόμαστε στο έτος 1623 και όλα όσα διαβάζουμε έχουν ήδη συμβεί. Ο Aλόνσο είναι μάρτυρας των συμβάντων και καταθέτει στο Ανώτατο Συμβούλιο της Ιεράς Εξέτασης, τα πάντα για τη γνωριμία του με τη Ρόσα, το κορίτσι που μπορούσε να επικοινωνεί με τον Θεό και τον Σατανά, κάνοντας αλλόκοτα πράγματα. Ο Αλόνσο την είχε δει με τα ίδια του τα μάτια να αυτομαστιγώνεται, να ίπταται, να εξαπολύει μαγικές δυνάμεις που άλλοι τις αντιμετώπιζαν ως σκοτεινές και άλλοι ως θείες. Θαύμα ή απάτη; Ολόκληρη η πόλη μια διαμάχη, ένας διχασμός.

Σε αυτό το κλίμα, ο Αλόνσο ανακαλύπτει το μεγάλο μυστικό της μητέρας του, στρέφεται ενάντια στον ιεροεξεταστή που τον είχε μεγαλώσει, σπάει τα ταμπού όταν ερωτεύεται μια ορφανή μουλάτα μοναχή, γίνεται στόχος της βλοσυρής ηγουμένης, βλέπει με τα μάτια του το θηρίο και τη μαύρη μαγεία του να κυριεύει τους ανθρώπους, γίνεται μάρτυρας μιας κολασμένης γέννας από μια δαιμονισμένη μοναχή που φέρνει στον κόσμο έναν μωρό με τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δυο κεφάλια σαν τερατόμορφος δαίμονας και τελικά βρίσκεται από αστυνόμος του καθολικού δικαστηρίου που υπηρετεί τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια της Ιεράς Εξέτασης, κυνηγημένος στα σοκάκια της ακόλαστης Λίμα. Στο μυθιστόρημα αυτό οι θύτες γίνονται θύματα, τα θύματα γίνονται δήμιοι, το καλό γίνεται κακό και το κακό εντέλει αγιοποιείται.

Ο Σαντιάγο Ρονκαλιόλο χτίζει ένα βιβλίο για το κυνήγι μαγισσών, για τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία δημιουργεί ανά εποχή τους δικούς της αποδιοπομπαίους τράγους για να καταφέρει να κρύψει τη διαφθορά, την υποκρισία, την ακολασία πίσω από τα «άμφια» της ηθικής και του καθωσπρεπισμού. Πίσω από τη συγγραφή του βιβλίου υπάρχει μεγάλη έρευνα από τον συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει να δημιουργήσει ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα που συνομιλεί ευθέως με την Ιστορία της πατρίδας του, χωρίς διδακτισμό, χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη με στοιχεία κτλ. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί, ένα μυθιστόρημα με καταιγιστική πλοκή που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου.

«Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα με ηρωίδα μια σύγχρονη γυναίκα, σε αντιδιαστολή με την ιδέα της μάγισσας» λέει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Το Βήμα. «Άρχισα να ερευνώ το θέμα των μαγισσών τις οποίες θεωρούσαν υπαίτιες όλων των δεινών και τις έστελναν στην πυρά, και βρέθηκα να μελετώ την ιστορία του 17ού αιώνα, την οποία δεν είχα συναντήσει στην πλοκή άλλων μυθιστορημάτων. Ανακάλυψα ότι αυτή η εποχή ήταν ένα είδος γοτθικού μαγικού ρεαλισμού, γεμάτο με ανθρώπους που μαστιγώνονται, με ανθρώπους στιγματισμένους, μια εποχή που ο Θεός είναι ταυτισμένος με τον φόβο και την απειλή, και που ο δαίμονας είναι παντού παρών. Είναι ένα πολύ εντυπωσιακό σύμπαν και αποφάσισα να μεταφέρω την πλοκή από τη σημερινή εποχή, στον 17ο αιώνα. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για εκείνο το Περού, οι οποίες απουσιάζουν από τη λογοτεχνία, όπως η εισβολή των πειρατών, ο ρόλος της Ιεράς Εξέτασης, η διαφορά μεταξύ μιας αγίας και μιας μάγισσας, τα γυναικεία μοναστήρια», συμπληρώνει.

ΥΓ.1 Ο τίτλος είναι δάνειο από την ομώνυμη ταινία «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» (Arsenic and Old Lace) του 1944 σε σκηνοθεσία Φρανκ Κάπρα.

ΥΓ.2 Είμαι βαθύτατα ερωτευμένος με το μπακάλικο του Τζιμπλάκη στη χώρα της Νάξου, με αυτή τη μυθική πρόσοψη με τα καλάθια και τις ξύλινες ρόδες του παλιού κάρου. Μπαίνω σε αυτή τη σπηλιά με τα χιλιάδες καλούδια και παθαίνω ντελίριο. Μην φύγετε από το νησί χωρίς να το επισκεφθείτε. Εννοείται αγοράστε οπωσδήποτε Αρσενικό Νάξου, ξινοτύρι και ξινομυζήθρα.

Leave a comment