Κατάσαρκα

Είναι μερικά βιβλία που είναι η εκδίκηση του outsider. Δεν σου γεμίζουν αρχικά το μάτι, τα ξεκινάς από περιέργεια, διαβάζεις πέντε-δέκα σελίδες και μετά από λίγο κολλάς. Η αρχική επιφύλαξη γίνεται ανυπομονησία. Σταματάς να διαβάζεις για να κάνεις καμιά δουλειά και το βιβλίο όσο εργάζεσαι, μαγειρεύεις, πηγαίνεις για προμήθειες στα μαγαζιά, κολυμπάς, βγαίνεις για περπάτημα, σε μαγνητίζει από το τραπεζάκι σου, πλάι στη σεζλόνγκ του κήπου, για να σε ρουφήξει ξανά στον κόσμο του.

Ένα τέτοιο βιβλίο, ύπουλο, εθιστικό, ανεξήγητα ζουμερό, είναι η «Σάρκα» του David Szalay (Nτέιβιντ Σολόι), που κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη, από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Αν δεν είχε κερδίσει το Βραβείο Booker του 2025 πιθανόν να μην είχα ασχοληθεί μαζί του, να είχα ρίξει μια ματιά στο οπισθόφυλλο και να το είχα προσπεράσει.

Η Σάρκα έχει έναν -φαινομενικά- αποστασιοποιημένο ήρωα με τον οποίο δεν μπορείς να ταυτιστείς με τίποτα. Ο Ίστβαν κινείται απαθής εκ πρώτης όψεως, σαν υπνωτισμένος. Ολίγον άθυρμα, ένας τύπος που μπλέκει σε απίθανες καταστάσεις και πάει όπου τον πηγαίνει το κύμα. Μοιάζει να μην επιλέγει ο ίδιος ούτε όσα θα ζήσει, ούτε όσα θα αισθανθεί ή τι θα ακολουθήσει, αλλά σαν να παρασύρεται, ακολουθώντας μονάχα όσα προστάζει το σώμα του ή οι άλλοι γύρω του, ζώντας επιδερμικά, επιφανειακά, φορώντας τη ζωή κατάσαρκα.

Μεγαλώνει στην Ουγγαρία, σε σοσιαλιστική εργατική πολυκατοικία, με την μητέρα του που αγωνίζεται να τον μεγαλώσει ολομόναχη στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Ανατολικού Μπλοκ. Ως έφηβος είναι μοναχικός, δυσκολεύεται να κάνει παρέες. Ανταποκρίνεται σε ένα συνομήλικο αγόρι που προσπαθεί να τον πιάσει φίλο, αλλά κι αυτό τον εγκαταλείπει όταν του συστήνει ένα κορίτσι από μια άλλη εργατική πολυκατοικία, το οποίο είναι πρόθυμο να τον απαλλάξει από την παρθενιά του, αλλά τελικώς τον απορρίπτει ως αδιάφορο, μη ερωτικό. Μετά από αυτό ο μοναδικός «φίλος» του τον κάνει πέρα. Ο Ίστβαν είναι αποξενωμένος, μη επιθυμητός, άοσμος. Κουβαλάει την παρθενιά του ως στίγμα, από το οποίο θα τον απαλλάξει μια μεσήλικη γειτόνισσα που τον αηδιάζει. Βοηθώντας την στα ψώνια του σούπερ μάρκετ, κουβαλώντας τις σακούλες, η γειτόνισσα τον ξεμοναχιάζει και τον μυεί στον έρωτα. Εκείνος σταδιακά εθίζεται στο σώμα που απεχθανόταν. Η γυναίκα τού μαθαίνει να κάνει σεξ, απολαμβάνοντας τη νεαρή σάρκα, αλλά εκείνος αρχίζει να θέλει κάτι παραπάνω: παθιάζεται μαζί της. Όταν της λέει ότι την αγαπάει, εκείνη σταματά να τον βλέπει. Της χτυπάει την πόρτα, αλλά εκείνη κρύβεται, μέχρι που μια μέρα ο άντρας της υποψιασμένος από την εμμονή του έφηβου αγοριού, έρχεται στα χέρια μαζί του και πέφτει από τις σκάλες και σκοτώνεται. Ο Ιστβάν μπαίνει στο αναμορφωτήριο και όταν βγαίνει άγεται και φέρεται μέχρι να πάει ως μισθοφόρος στρατιώτης σε αποστολή στο Αφγανιστάν. Ναρκωτικά, αλκοόλ, μια ατυχής επίθεση στα τανκς του τάγματός του, τον οδηγούν σε αποστράτευση και έτσι επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας του, από όπου τελικά μετά από λίγο θα φύγει για μετανάστης στο Λονδίνο.

Τα γεγονότα είναι απλώς τουβλάκια στο μακρύ ντόμινο της τυχαιότητας. Ο Ιστβάν τα βιώνει σαν να συμβαίνουν σε άλλον. Απαντά μονολεκτικά, δέχεται τι του προτείνουν όσοι συναντά στο δρόμο του, αλλάζει εντελώς κατεύθυνση και πηγαίνει προς το «καλό» ή το «κακό», προς το αδιέξοδο ή τη λαμπρή εξέλιξη, προς την άνοδο ή την πτώση, ως άβουλο ρομποτάκι φτιαγμένο από σάρκα και ορμές, προγραμματισμένο όμως να ακολουθεί τις εντολές ενός joystick που κρατά κάποιος άλλος.

Κάπως έτσι, τυχαία, βρίσκεται στο δρόμο του κάποιος άντρας που θα του αλλάξει τη μοίρα οδηγώντας τον από την αφάνεια του Λονδίνου, στα σαλόνια των πάμπλουτων επιχειρηματιών. Ο Ιστβάν πλουτίζει, γίνεται σύζυγος, πατέρας, ιδιοκτήτης κατασκευαστικής εταιρείας που αναλαμβάνει αναπλάσεις ολόκληρων γειτονιών και την αποπεράτωση αρχιτεκτονικών έργων μεγάλης κλίμακας. Όμως ακόμα και στην επιτυχία, κάποιος άλλος ορίζει την ύπαρξη του, άλλοι τον οδηγούν στο δρόμο του, τον μπλέκουν, τον δεσμεύουν ή τον αποδεσμεύουν, τον αποθεώνουν ή τον κάνουν σκουπίδι.

Ο Ιστβάν είναι μόνο σάρκα, ορμές και τραύματα. Ένα σύγχρονο άθυρμα μιας ζωής που σπαταλιέται άσκοπα όπως άλλοι ορίζουν: οι νόρμες, οι κοινωνικές ζυμώσεις, τα οικονομικά συμφέροντα, τα δίκτυα επιρροής, οι γυναίκες… Ο Ίστβαν είναι το σάρκινο ρομποτάκι που άλλοι θα το επαναφέρουν στις εργοστασιακές του ρυθμίσεις, για να ζήσει την άνοδο και την πτώση και να καταλήξει, μετά από κύκλους, παραπεταμένο εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα.

Παραδόξως, το βιβλίο είναι υψηλή λογοτεχνία, παρά το γεγονός ότι είναι ένα μυθιστόρημα γεμάτο διαλόγους, με ένα μίνιμαλ στυλ το οποίο είναι κοφτερό και αψύ, σαν λεπίδα καλά ακονισμένου μαχαιριού που μπήγεται στη σάρκα σου γρήγορα και σε διαπερνά υπόγεια, αθόρυβα, ύπουλα. Ο Σολόι δικαίως πήρε το Booker και ευτυχώς δηλαδή για να τον γνωρίσουμε.

ΥΓ. Η απάντηση του Σολόι στη συνέντευξη για την επίσημη ιστοσελίδα του θεσμού Booker Award εξηγεί απολύτως και τη φιλοσοφία του βιβλίου, αλλά και του τίτλου του: «Ήθελα να γράψω για τη ζωή ως σωματική εμπειρία, για το πώς είναι να είσαι ένα ζωντανό σώμα μέσα στον κόσμο – ό,τι κι αν μας χωρίζει, αυτό είναι κάτι που το μοιραζόμαστε όλοι. Αυτά ήταν τα συστατικά με τα οποία ξεκίνησα».

Leave a comment