Κύματα

Πρώτη ημέρα του Σεπτέμβρη. Αν έπρεπε να κρατήσω ένα μονάχα πράγμα για να μπορώ να περιγράψω, με απόλυτη ακρίβεια, τον φετινό Αύγουστο που μόλις έφυγε, είναι η φράση με την οποία τελειώνει το μυθιστόρημα της Βιρτζίνια Γουλφ: «Τα κύματα έσπαγαν στην αμμουδιά».

Ένας μήνας, ολόκληρος, ένα μελτέμι κι εμείς τον περάσαμε στο πιο βορινό ψαροχώρι της Νάξου. Μετρώντας τα κύματα. Δεν ήθελα ούτε βιβλία, ούτε μουσικές. Αυτό τον Αύγουστο τον πέρασα ουσιαστικά μονάχα με ένα μικρό βιβλίο. Κάθε μέρα λίγες σελίδες από τα «Κύματα» της Βιρτζίνια Γουλφ (μτφρ. Άρης Μπερλής, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία) και κολύμπι.

«Ο ήλιος ανέβηκε. Φωτεινές δέσμες, πράσινες και κίτρινες, έπεσαν στην ακτή, μαλαμάτωσαν τ’ αγκοίλια της φαγωμένης βάρκας, έκαναν τ’ αγκάθι του γιαλού, με τα θωρακισμένα φύλλα, ν’ αστράφτει γαλάζιο σαν ατσάλι. Το φως διαπερνούσε τα λεπτά, γοργά κύματα, καθώς έτρεχαν κι άνοιγαν, σα βεντάλιες, στην αμμουδιά».

Το βιβλίο αποτελείται από τους άλλοτε εσωτερικούς και άλλοτε εξωτερικούς μονολόγους μιας παρέας φίλων που μεγαλώνουν παράλληλα, από το σχολείο μέχρι τα γεράματα, και σκάνε ο ένας πάνω στον άλλον σαν τα κύματα. Ο θάνατος του κοινού τους φίλου, του Πέρσιβαλ, σε νεαρή ηλικία, στοιχειώνει τις ζωές όλων τους και αποτελεί τον πυρήνα γύρω από τον οποίο κινούνται όλα.

Ο Μπέρναρντ, η Σούζαν, ο Νέβιλ, η Τζίννυ, ο Λούις και η Ρόντα, μιλούν στους φίλους τους, ή μιλούν για τους φίλους τους, τον εαυτό τους, τις πτυχές που απαρτίζουν τον εαυτό τους ή που νομίζουν ότι τον απαρτίζουν, μονολογώντας παράλληλα για όσα συνθέτουν τη μαγεία της ύπαρξης: τον έρωτα, το θάνατο, τη φύση, τη μοναχικότητα και τη μοναξιά, την ποίηση, την Τέχνη· τη ζωή. Μιλούν και το φως γύρω τους σκιαγραφεί τις εποχές που αλλάζουν. Μιλούν και πίσω από τις λέξεις τους υπάρχει παντού ο ήχος των κυμάτων που σπάνε στην αμμουδιά. Τους βλέπουμε να μεγαλώνουν, να σκιρτούν από τον έρωτα, να χάνονται από την έλλειψή του, να αποζητούν τον εαυτό τους, μια ταυτότητα πίσω από την οποία θα βολευτούν και θα κουρνιάσουν για να ξεχάσουν ότι στην πραγματικότητα η ζωή δεν είναι παρά ένα μετέωρο βήμα προς το μηδέν, μια μαθηματική εξίσωση που όσες πράξεις κι αν κάνεις πάντα για να τη λύσεις θα σε οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα: στο μηδέν και στο άπειρο.

«Συχνά πέφτω στην ανυπαρξία», λέει η Ρόντα. «Πρέπει κρυφά να πατάω κάπου το πόδι μου για να μην πέσω απ΄ την άκρη του κόσμου στο τίποτα».

Ο αναγνώστης διαβάζει ένα ποιητικό κείμενο που εκδόθηκε το 1931, ελλειπτικό και γεμάτο από τους συμβολισμούς που αγαπά ο Μοντερνισμός, το ρεύμα που εκπροσώπησε η Βιρτζίνια Γουλφ, μαζί με τον Τζέιμς Τζόυς και τον Μαρσέλ Προυστ, φέρνοντας μια τεράστια λογοτεχνική, αφηγηματική, πολιτισμική επανάσταση στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 210ού αιώνα, βάζοντας ουσιαστικά τη σφραγίδα του ως κυρίαρχο αισθητικό ρεύμα στη διάρκεια ολόκληρου του αιώνα.

«Τίποτα δεν είναι σταθερό, τίποτα δεν είναι μόνιμο σε αυτό τον κόσμο. Όλα κυματίζουν, όλα χορεύουν […] Τώρα έρχεται η άμπωτη. Τώρα τα δέντρα γυρίζουν στη γη· τα ζωηρά κύματα, που πλαταγίζουν στα πλευρά μου, είναι τώρα απαλά κι η καρδιά μου είναι τώρα ποντισμένη, σαν τη βάρκα που τα πανιά της γλιστρούν κάτω σιγά σιγά, στην άσπρη κουβέρτα».

Διαβάζω και κοιτάζω μπροστά μου, βλέποντας από την αυλή του σπιτιού μόνο κύματα. Οκτώ βήματα, κυριολεκτικά, από τις σελίδες της Γουλφ, απέχει η θάλασσα. Δρασκελίζω, αφήνοντας μια πέτρα πάνω στο ανοιχτό βιβλίο για να μην το πάρει ο βοριάς και βουτώ μέσα στα κύματα.

Οι άνθρωποι είμαστε κύματα, σκέφτομαι. Γεννιόμαστε μέσα στον άνεμο. Με ένα φύσημα. Είμαστε προορισμένοι να φουσκώσουμε, να μεγαλώσουμε, να φτάσουμε στο πικ μας, να ξεσπάσουμε και τελικά να σβήσουμε μέσα στη δίνη του νερού, για να γίνουμε ένα με τη θάλασσα. Άλλα κύματα σκάνε νωρίς μεσοπέλαγα, άλλα σβήνουν ένδοξα σκάζοντας πάνω στους κυματοθραύστες ενός λιμανιού, πριν προλάβουν καν να βγουν στην ακτή, άλλα φτάνουν μέχρι την άμμο για να γίνουν ήπια ένα με τη δαντέλα του νερού στην ακτή. Είμαστε κύματα. Τα μελτέμια μάς μεγαλώνουν. Συναντούμε βάρκες, ανθρώπους, πλοία. Ταξιδεύουμε. Κάνουμε άλματα αφήνοντας πίσω μας μια δίνη ή περνάμε βουβά, κυματιστά, αθόρυβα, χωρίς να αφήσουμε πίσω μας κανένα ίχνος παρά μονάχα μια ήπια καμπύλη στην επιφάνεια του νερού.

«Η παρουσία του, σαρωτική, σαν ένα τεράστιο κύμα, σα μεγάλη μάζα νερού, έπεσε πάνω μου – μ΄ έσυρε βίαια, μ’ άνοιξε, άφησε γυμνά τα βότσαλα στο γιαλό της ψυχής μου. Ήταν ταπεινωτικό· έγινα πετραδάκια».

Κοιτώ πίσω μου, προς το σπίτι, καθώς παλεύω με τα κύματα που θέλουν να με σκεπάσουν. Σαν να βλέπω, εκεί στην άσπρη αυλή με τα μπλε παράθυρα, τον δικό μου Αύγουστο, με ένα βιβλίο στο χέρι να «ραχατεύει αναγερτός στα μαξιλάρια, μονολιθικός, σε κυκλώπεια ηρεμία».

Οι μέρες αυτού του Αυγούστου έτσι ήταν σαν κύκλος, όμοιες, ολόιδιες, μέσα στο φως και τα κύματα. Μέρες μονολιθικές, που κυλούσαν σε κυκλώπεια ηρεμία.

Με διαδρομές στην άγρια ομορφιά, σε φιδογυριστούς δρόμους πάνω από γκρεμούς, με το μπλε του Αιγαίου να κλέβει το βλέμμα. Με ξερολιθιές και φραγκοσυκιές και πουλάρια στους χρυσαφένιους αγρούς του Θεού.

Με φρέσκο ψωμί από τον φούρνο του Βελώνη και με τυριά ναξιώτικα, από το μπακάλικο του Τζιμπλάκη και το τυροκομείο του Κουφόπουλου. Με αφράτα κρουασάν από το Ακταίον.

Με ραχάτι σε σοκάκια σκιερά. Με καλοκαιρινά μπριάμ, με λαχανικά από ναξιώτικους μπαχτσέδες, αγορασμένα από τα υπαίθρια μανάβικα στην άκρη του δρόμου.

Με μαγιό πλυμένα στο χέρι σε μαρμάρινους νιπτήρες, καραβοτσακισμένα από τα κύματα και τα μελτέμια.

Με mojito και Πόρτες στο ηλιοβασίλεμα. Με βεγγέρες που ήθελαν λεπτή κουβέρτα στους ώμους μετά τη δύση. Με υποσχέσεις να μείνουμε όλη νύχτα στην αυλή για να δούμε την ανατολή.

«Όλη νύχτα έμεινα ξάγρυπνος περιμένοντας: ένα κύμα φουσκώνει ξανά μέσα μας· σηκωνόμαστε, τινάζουμε πίσω αφρό· σφυροκοπάμε την αμμουδιά· τίποτα δεν είναι ικανό να μας αναχαιτίσει».

ΥΓ. Από τον Αύγουστο που φεύγει κρατώ μονάχα αυτή τη αλμύρα στο στόμα, από τα κύματα και καθόλου λέξεις. «Θέλω μια ελλειπτική γλώσσα, σαν τη γλώσσα των εραστών, μονοσύλλαβες λέξεις […] θέλω ένα ουρλιαχτό, μια κραυγή. Όταν ο άνεμος φυσομανάει και κάθομαι μόνος κι έρμος, δε θέλω λέξεις. Τίποτα κομψό. Καμιά αντήχηση, καμιά ευχάριστη ηχώ, απ΄ αυτές που αντιλαλούν από νεύρο σε νεύρο στο στήθος μας και συνθέτουν μια τρελή μουσική, ψεύτικες φράσεις. Τελείωσα με τις φράσεις. Πόσο καλύτερη είναι η σιωπή· το φλιτζάνι ο καφές, το τραπέζι. Πόσο καλύτερο να καθίσω μόνος, σαν το μοναχικό θαλασσοπούλι που ανοιγοκλείνει τα φτερά του πάνω στον πάσσαλο. Ας καθίσω εδώ για πάντα, με πράγματα στοιχειώδη, το φλιτζάνι, το μαχαίρι, το πιρούνι, πράγματα πραγματικά – ας επανεύρω τον εαυτό μου».

Leave a comment